Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2016

Η Χιονάτη και οι επτά νάνοι των αδελφών Grimm, ένα παραμύθι για την έλλειψη οικογένειας


Μια φορά και έναν καιρό, ήταν μία βασίλισσα και κεντούσε στο παράθυρο του παλατιού της. Ήταν χειμώνας και μεγάλες νιφάδες χιονιού έπεφταν από τον ουρανό. Τα παράθυρα του παλατιού ήταν φτιαγμένα από έβενο, ένα κατάμαυρο ξύλο.  Όπως κεντούσε τρύπησε με την βελόνα το δάχτυλό της και τρεις σταγόνες αίματος έπεσαν στο χιόνι. Καθώς το κόκκινο αίμα έμοιαζε τόσο όμορφο μέσα στο χιόνι η βασίλισσα σκέφτηκε: «αχ, και να είχα ένα παιδί τόσο άσπρο σαν το χιόνι, τόσο μαύρο σαν το παράθυρο και τόσο κόκκινο σαν το αίμα». Μετά από λίγο καιρό η βασίλισσα απέκτησε μία κορούλα η οποία ήταν άσπρη σαν το χιόνι, κόκκινη σαν το αίμα και μαυρομάλλα σαν τον ξύλο του εβένου. Έτσι το μωρό το ονόμασαν Χιονάτη. Αφού γεννήθηκε το μωρό πέθανε η βασίλισσα.

Μετά από έναν χρόνο ο βασιλιάς ξαναπαντρεύτηκε. Η νέα βασίλισσα ήταν όμορφη, όμως ήταν επίσης υπερήφανη και ματαιόδοξη και δεν μπορούσε να ανεχτεί να υπάρχει γυναίκα ομορφότερη από εκείνη. Η βασίλισσα είχε έναν θαυματουργό καθρέφτη και όποτε κοιταζόταν στον καθρέφτη έλεγε:


«Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, θέλω να μάθω τώρα

ποια είναι η ομορφότερη σε ολόκληρη τη χώρα»

και ο καθρέφτης απαντούσε:


«Εσείς είστε η ομορφότερη βασίλισσα, κυρά μου»





Τότε ήταν ευχαριστημένη, καθώς ήξερε ότι ο καθρέφτης έλεγε πάντοτε την αλήθεια.


Η Χιονάτη όμως μεγάλωνε και γινόταν ολοένα και ομορφότερη. Όταν έγινε επτά χρόνων ήταν τόσο όμορφη όσο μια ηλιόλουστη ημέρα και ομορφότερη από την ίδια τη βασίλισσα. Όταν κάποια μέρα η βασίλισσα ρώτησε τον καθρέφτη:


«Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, θέλω να μάθω τώρα

ποια είναι η ομορφότερη σε ολόκληρη τη χώρα»

ο καθρέφτης αποκρίθηκε:


«Είστε η ομορφότερη σε τούτο το παλάτι,

μα χίλιες φορές πιο όμορφη, είναι η Χιονάτη»

Τότε η βασίλισσα τρόμαξε, και άλλαξε χρώμα από την ζήλια της. Από τότε όποτε έβλεπε την Χιονάτη της χαλούσε η διάθεση. Η ζήλια της βασίλισσας μεγάλωνε κάθε μέρα περισσότερο που δεν μπορούσε να ησυχάσει. Μια μέρα φώναξε έναν κυνηγό και του είπε: «Πήγαινε το παιδί έξω στο δάσος και φρόντισε να μην το ξαναδώ στα μάτια μου. Θα πρέπει να το σκοτώσεις και για απόδειξη να μου φέρεις το πνευμόνι και το συκώτι του». Ο κυνηγός υπάκουσε και έβγαλε το παιδί στο δάσος. Όταν όμως τράβηξε το σπαθί του για να τρυπήσει την αθώα καρδιά της Χιονάτης, η μικρή άρχισε να κλαίει και παρακαλούσε: «αχ καλέ μου κυνηγέ, χάρισε μου την ζωή, θα τρέξω στο άγριο δάσος και δεν θα επιστρέψω ποτέ ξανά στο παλάτι». Καθώς ήταν τόσο όμορφη ο κυνηγός την λυπήθηκε και αποκρίθηκε: «πήγαινε φτωχό μου παιδί». «Τα άγρια ζώα θα σε φάνε σύντομα» σκέφτηκε αλλά του έφυγε ένα βάρος καθώς δεν θα την σκότωνε αυτός. Εκείνη τη στιγμή ξεπήδησε ένα νεαρό αγριογούρουνο και ο κυνηγός το χτύπησε με το σπαθί του, πήρε το πνευμόνι και το συκώτι του και τα πήγε στη βασίλισσα ως απόδειξη. Η βασίλισσα ζήτησε από τον μάγειρα να τα μαγειρέψει μέσα σε άρμη και η κακιά γυναίκα τα έφαγε έχοντας την εντύπωση ότι τρώει το πνευμόνι και το συκώτι της Χιονάτης.


Το καημένο παιδί βρισκόταν ολομόναχο στο δάσος και φοβόταν τόσο πολύ που παρατηρούσε ένα-ένα τα φύλλα στα δέντρα και δεν ήξερε τι να κάνει. Τελικά άρχισε να τρέχει και περνούσε πάνω από τις κοφτερές πέτρες, πάνω από τα αγκάθια των θάμνων ενώ τα άγρια ζώα περνούσαν από δίπλα της χωρίς να την πειράζουν. 




Έτρεχε τόση ώρα που με δυσκολία μπορούσε να κινήσει τα πόδια της αλλά δεν σταματούσε. Τελικά το απόγευμα είδε ένα μικρό σπιτάκι και μπήκε μέσα για ξεκουραστεί. Στο σπίτι ήταν όλα πολύ μικρά αλλά όμορφα, καθαρά και φροντισμένα. Στη μέση ήταν ένα τραπέζι με άσπρο τραπεζομάντιλο και επτά μικρά πιατάκια. Κάθε πιατάκι είχε το δικό του μικρό κουταλάκι, το δικό του μικρό πιρουνάκι και το δικό του μικρό μαχαιράκι. Επίσης στο τραπέζι υπήρχαν επτά μικρά ποτηράκια. Στον τοίχο ακουμπισμένα βρισκόταν επτά κρεβατάκια τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο και όλα τους ήταν στρωμένα με ολόλευκα σεντόνια και ολόλευκα μαξιλάρια. Η χιονάτη ήταν πολύ πεινασμένη και διψασμένη και έτσι έφαγε από κάθε πιάτο λίγα λαχανικά και ήπιε από κάθε ποτηράκι μία σταγόνα κρασί, καθώς δε ήθελε να αδειάσει όλο το φαγητό από ένα πιάτο ή όλο το κρασί από ένα ποτήρι. Μετά καθώς ήταν πολύ κουρασμένη, ξάπλωσε σε ένα κρεβατάκι αλλά κανένα από τα κρεβατάκια δεν τις έκανε. Το ένα της ήραν πολύ μακρύ το άλλο της ήταν πολύ κοντό. Τελικά το έβδομο της ήταν ακριβώς στα μέτρα της και σε αυτό έμεινε ξαπλωμένη, προσευχήθηκε και αποκοιμήθηκε.


Όταν πια σκοτείνιασε για τα καλά, ήρθαν και οι ιδιοκτήτες του σπιτιού, οι οποίοι ήταν οι επτά νάνοι. Οι επτά νάνοι εργαζόταν στα ορυχεία και έσκαβαν για να βρουν μεταλλεύματα. Καθώς μπήκαν στο σπίτι άναψαν τα επτά φαναράκια τους, και όταν τα φαναράκια τους φώτισαν το σπιτάκι παρατήρησαν ότι κάποιος είχε μπει στο σπιτάκι μια και τα πράγματα δεν ήταν τακτοποιημένα όπως τα είχανε αφήσει. «Ποιος κάθισε στην καρεκλίτσα μου;» ρώτησε ο πρώτος νάνος, «Ποιος έφαγε από το πιάτο μου» ρώτησε ο δεύτερος νάνος, «Ποιος πήρε από το ψωμάκι μου;» ρώτησε ο τρίτος νάνος, «Ποιος έφαγε από τα λαχανικά μου;» ρώτησε ο τέταρτος νάνος, «Ποιος χρησιμοποίησε το πιρουνάκι μου;» ρώτησε ο πέμπτος νάνος, «Ποιος έκοψε με το μαχαίρι μου;» ρώτησε ο έκτος νάνος, «Ποιος ήπιε από το ποτηράκι μου;» ρώτησε ο έβδομος νάνος. Τότε ο πρώτος κοίταξε τριγύρω του για να δει τι συμβαίνει και παρατήρησε ότι πάνω στο κρεβάτι του υπήρχε μια μικρή λακουβίτσα σαν κάποιος να είχε ξαπλώσει προηγουμένως. «Ποιος ανέβηκε στο κρεβατάκι μου;» ρώτησε τότε ο πρώτος νάνος. Οι άλλοι νάνοι ήρθαν τρέχοντας και φώναζαν: «και στο δικό μου κάποιος είχε ξαπλώσει». Ο έβδομος όμως όταν έφτασε στο κρεβάτι του βρήκε μέσα την Χιονάτη να κοιμάται. Τότε φώναξε τους άλλους οι οποίοι πήγαν τρέχοντας, οι οποίοι φώναζαν από θαυμασμό, έφεραν τα επτά φαναράκια τους και φώτιζαν την Χιονάτη. « Αμάν Θεέ μου, αμάν Θεέ μου» φώναζαν «το παιδί αυτό είναι πανέμορφο!»και χάρηκαν τόσο πολύ που δεν ξύπνησαν τη Χιονάτη αλλά την άφησαν να κοιμάται στο κρεβατάκι. 



Ο έβδομος νάνος στο κρεβάτι του οποίου κοιμόταν η Χιονάτη ξάπλωσε στα κρεβάτια των συντρόφων του μία ώρα στον καθένα και έτσι πέρασε όλη η νύχτα.
Όταν ξημέρωσε ξύπνησε η Χιονάτη και καθώς είδε τους επτά νάνους τρόμαξε. Οι νάνοι όμως ήταν ευγενικοί και την ρώτησαν «πως σε λένε;» «Με λένε Χιονάτη,» απάντησε το κοριτσάκι. «Πως έφτασες στο σπιτάκι μας;» συνέχισαν να ρωτάνε οι νάνοι. Τότε η Χιονάτη τους αφηγήθηκε πως η μητριά της ήθελε να την σκοτώσει, και πως ο κυνηγός της χάρισε τη ζωή και μετά ότι έτρεχε όλη την ημέρα μέχρι που τελικά βρήκε το σπιτάκι τους. Οι νάνοι τότε την ρώτησαν: «αν θέλεις να αναλάβεις το νοικοκυριό μας, να μαγειρεύεις, να στρώνεις τα κρεβάτια, να πλένεις, να ράβεις και να πλέκεις και αν όλα τα κρατάς όμορφα και νοικοκυρεμένα τότε μπορείς να μείνεις μαζί μας και τίποτα δεν θα σου λείψει.» «Θέλω μέσα από την καρδιά μου» απάντησε η Χιονάτη και έμεινε μαζί τους. Η Χιονάτη κρατούσε το σπίτι σε τάξη: το πρωί η νάνοι έφευγαν και πήγαιναν στο βουνό για να ψάξουν για χρυσό και άλλα μεταλλεύματα, και το βράδυ γυρνούσαν και ήθελαν να βρίσκουν το φαγητό τους έτοιμο. Όλοι την ημέρα το κορίτσι έμενε μόνο του και οι καλοί νάνοι την συμβούλευαν: «Πρόσεχε την μητριά σου, σύντομα θα μάθει ότι είσαι εδώ, μην αφήσεις κανέναν να μπει στο σπίτι».
Η βασίλισσα όμως αφού πίστεψε ότι έφαγε το πνευμόνι και το συκώτι της Χιονάτης, δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο παρά το ότι ήταν και πάλι η πρώτη και ομορφότερη. Έτσι στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη της και είπε:



«Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, θέλω να μάθω τώρα
ποια είναι η ομορφότερη σε ολόκληρη τη χώρα»



και ο καθρέφτης απάντησε:



«Είστε η ομορφότερη σε τούτο το παλάτι,
Αλλά πιο πέρα απ’ τα εφτά βουνά
Μαζί με τους νάνους τους εφτά
χίλιες φορές πιο όμορφη, είναι η Χιονάτη»



Η βασίλισσα τρόμαξε καθώς ήξερε ότι ο καθρέφτης έλεγε την αλήθεια. Κατάλαβε ότι ο κυνηγός της είχε πει ψέματα και ότι η Χιονάτη ζούσε. Δεν μπορούσε να ησυχάσει λεπτό όσο ήξερε ότι δεν ήταν η ομορφότερη και σκεφτόταν έναν νέο τρόπο να σκοτώσει τη Χιονάτη. Τελικά σκέφτηκε κάτι. Έβαψε το πρόσωπο της και φόρεσε παλιά ρούχα σα να ήταν κάποια γριά ζητιάνα. Αγνώριστη όπως ήταν με τα παλιά της ρούχα ξεκίνησε να πάει πέρα από τα εφτά βουνά στους εφτά νάνους. Τελικά όταν έφτασε στο σπίτι των νάνων χτύπησε την πόρτα τους και φώναζε «εδώ η καλή πραμάτεια, εδώ ή καλή πραμάτεια». Η Χιονάτη κοίταξε από το παράθυρο και ρώτησε: «καλή σας μέρα καλή μου κυρία, τι πουλάτε;» «καλά πράγματα, καλά πράγματα» απάντησε «κορσέδες σε όλα τα χρώματα» και έδειξε έναν κορσέ ο οποίος ήταν πλεγμένος από πολύχρωμο μετάξι. 



Η χιονάτη σκέφτηκε ήταν μια τίμια κυρία που θα μπορούσε να της έχει εμπιστοσύνη και να την αφήσει να περάσει στο σπίτι. Ξεκλείδωσε την πόρτα και άφησε την γυναίκα να περάσει μέσα και αγόρασε τον κορσέ. «Παιδάκι μου πως είσαι έτσι» της λέει η γυναίκα «άσε με να σου δέσω τον κορσέ για να ομορφύνεις» είπε η γυναίκα». Η Χιονάτη δεν σκέφτηκε τίποτε κακό και γύρισε την πλάτη της στην γυναίκα για να της δέσει τον κορσέ. Η βασίλισσα ξεκίνησε να την δένει γρήγορα- γρήγορα και με τόση δύναμη που σε λίγο κόπηκε η ανάσα της Χιονάτης και έπεσε κάτω αναίσθητη. «Τώρα δεν είσαι πια η ομορφότερη» είπε η βασίλισσα και έφυγε βιαστικά.



Μετά από λίγη ώρα ήρθαν οι εφτά νάνοι στο σπίτι τους. Τρόμαξαν καθώς είδαν την Χιονάτη τους να είναι πεσμένη στο πάτωμα ακίνητη σαν να ήταν πεθαμένη! Την σήκωσαν ψιλά και όταν είδαν ότι ήταν σφιχτά δεμένη έκοψαν τον κορσέ στα δύο: τότε η Χιονάτη άρχισε να ανασαίνει πάλι και σιγά-σιγά ζωντάνεψε. Όταν οι νάνοι άκουσαν τι συνέβη είπαν στη Χιονάτη: «η γριά ζητιάνα δεν ήτα άλλη από την άκαρδη βασίλισσα: να προσέχεις και να μην αφήνεις κανέναν να μπει στο σπίτι αν δεν είμαστε μαζί σου.»






Όταν η κακιά γυναίκα επέστρεψε στο παλάτι πήγε αμέσως στον καθρέφτη και τον ρώτησε:



«Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, θέλω να μάθω τώρα
ποια είναι η ομορφότερη σε ολόκληρη τη χώρα»



αλλά ο καθρέφτης απάντησε όπως προηγουμένως:



«Είστε η ομορφότερη σε τούτο το παλάτι,
Αλλά πιο πέρα απ’ τα εφτά βουνά
Μαζί με τους νάνους τους εφτά
χίλιες φορές πιο όμορφη, είναι η Χιονάτη»



Όταν το άκουσε αυτό η βασίλισσα τρόμαξε πάρα πολύ καθώς κατάλαβε ότι η Χιονάτη ξαναζωντάνεψε. «Τώρα όμως θα σκεφτώ κάτι το οποίο θα σε εξαφανίσει για πάντα» μουρμούρισε και έφτιαξε με μαγικά μια δηλητηριώδη χτένα.  Μετά μεταμφιέστηκε και πάλι και πήρε τη μορφή μιας άλλης γριάς. Έτσι μεταμφιεσμένη πήγε πέρα από τα επτά βουνά στους επτά νάνους και χτύπησε την πόρτα. «Καλή πραμάτεια, καλή πραμάτεια». Αλλά η Χιονάτη της απάντησε: «Προχώρησε κυρά δεν επιτρέπεται να αφήσω κανένα να μπει». «Μήπως απαγορεύεται και να κοιτάξεις;» απάντησε η γριά και έδειξε την δηλητηριώδη χτένα στη Χιονάτη. Τόσο πολύ άρεσε η χτένα στο παιδί που η γριά την ξεγέλασε και της άνοιξε την πόρτα. Όταν συμφώνησε η Χιονάτη να αγοράσει την χτένα η γριά της είπε «τώρα άφησε με να σε χτενίσω με την καινούρια χτένα σου». Το μυαλό της Χιονάτης δεν πήγε στο κακό και άφησε την γριά  να την χτενίσει. Μόλις όμως έβαλε τη χτένα στα μαλλιά της Χιονάτης, το δηλητήριο έδρασε και η Χιονάτη έχασε τις αισθήσεις της. «Τώρα τελείωσαν όλα, υπόδειγμα ομορφιάς» είπε η κακιά γυναίκα και έφυγε. Ευτυχώς είχε σχεδόν φτάσει το απόγευμα και οι εφτά νάνοι επέστρεψαν στο σπίτι. Μόλις είδαν την Χιονάτη να είναι πεσμένη στο έδαφος, κατάλαβαν αμέσως ότι κάτι είχε κάνει η μητριά της. Έτσι άρχισαν να παρατηρούν την Χιονάτη και είδαν την δηλητηριώδη χτένα στα μαλλιά της. Μόλις την έβγαλαν η Χιονάτη συνήρθε και τους διηγήθηκε τι είχε συμβεί. Τότε οι νάνοι είπαν και πάλι στη Χιονάτη να προσέχει και να μην ανοίγει την πόρτα σε κανέναν.



Όταν η βασίλισσα έφτασε στο σπίτι στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη της και των ρώτησε:



«Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, θέλω να μάθω τώρα
ποια είναι η ομορφότερη σε ολόκληρη τη χώρα»



αλλά ο καθρέφτης απάντησε όπως προηγουμένως:



«Είστε η ομορφότερη σε τούτο το παλάτι,
Αλλά πιο πέρα απ’ τα εφτά βουνά
Μαζί με τους νάνους τους εφτά
χίλιες φορές πιο όμορφη, είναι η Χιονάτη»



Όταν άκουσε τον καθρέφτη να λέει αυτά τα λόγια έτρεμε από τον θυμό της. Η Χιονάτη πρέπει να πεθάνει» φώναζε «ακόμη και αν αυτό μου στοιχίσει την ίδια μου τη ζωή.» Μετά πήγε σε ένα κρυφό και απομονωμένο δωμάτιο στο οποίο δεν πήγαινε ποτέ κανείς και έφτιαξε ένα δηλητηριώδες μήλο. Εξωτερικά το μήλο έμοιαζε λαχταριστό, μισό λευκό και μισό κόκκινο αλλά όποιος θα έτρωγε και ένα μικρό κομμάτι από το μήλο έπρεπε να πεθάνει. Όταν ετοίμασε το μήλο έβαψε το πρόσωπο της, ντύθηκε σαν αγρότισσα και κίνησε να πάει πέρα από τα επτά βουνά στους επτά νάνους. Χτύπησε την πόρτα και η Χιονάτη έβγαλε το κεφάλι της από το παράθυρο και απάντησε στην αγρότισσα: «δεν μπορώ να αφήσω σε κανέναν άνθρωπο να μπει, γιατί μου το απαγόρευσαν οι επτά νάνοι.» «Μη στεναχωριέσαι μικρή» απάντησε η αγρότισσα «τα μήλα μου θα βρω να τα πουλήσω. Αλλά πάρε ένα θα σου το χαρίσω.» «Όχι» απάντησε η Χιονάτη «δεν επιτρέπεται να πάρω το οτιδήποτε.» «Φοβάσαι μην είναι δηλητηριασμένα;» ρωτάει η αγρότισσα «τότε θα κόψω το μήλο στα δύο και θα το μοιραστούμε, το κόκκινο για σένα και το άσπρο για μένα.» Το μήλο ήταν όμως έτσι φτιαγμένο που το δηλητήριο βρισκόταν όλο από την κόκκινη πλευρά. Η Χιονάτη έβλεπε το μήλο και της είχε ανοίξει η όρεξη.  Αφού είδε ότι η αγρότισσα έτρωγε από το μήλο και δεν είχε πάθει κάτι άπλωσε το χέρι της και πήρε το δηλητηριασμένο κομμάτι. Καλά-καλά δεν έφαγε ένα κομματάκι έπεσε στο έδαφος νεκρή. Τότε την κοίταξε βλοσυρά η κακιά βασίλισσα και είπε: «άσπρη σαν το χιόνι, κόκκινη σαν το αίμα και μαύρη σαν τον έβενο, αυτή τη φορά δεν θα μπορέσουν να σε ξυπνήσουν οι επτά νάνοι».



Όταν επέστρεψε στο παλάτι ρώτησε τον καθρέφτη:



«Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, θέλω να μάθω τώρα
ποια είναι η ομορφότερη σε ολόκληρη τη χώρα»


και ο καθρέφτης απάντησε επιτέλους:


«Εσείς είστε η ομορφότερη βασίλισσα, κυρά μου»


Τότε η ζηλιάρα καδιά της ηρέμησε επιτέλους. Όσο βέβαια μπορεί να ηρεμήσει μια ζηλιάρα καρδιά.


Όταν επέστρεψαν το βράδυ στο σπίτι οι νάνοι, βρήκαν τη Χιονάτη στο πάτωμα να μην αναπνέει. Την σήκωσαν και έψαξαν να βρουν κάτι το δηλητηριώδες πάνω της, άνοιξαν τον κορσέ, χτένισαν τα μαλλιά της, την έπλυναν με νερό και κρασί αλλά δεν βρήκαν τίποτε το οποίο να μπορέσει να την συνεφέρει. Το παιδί είχε πεθάνει και παρέμενε πεθαμένο. Τελικά έβαλαν την Χιονάτη πάνω σε ένα πάγκο και την έκλαιγαν επί τρεις ημέρες. Μετά θέλησαν να την θάψουν αλλά ήταν ακόμη τόσο φρέσκια σαν να ήταν ζωντανή και είχε ακόμα τόσο κόκκινα μάγουλα που είπαν: «δεν είναι σωστό να την βάλουμε μέσα στο μαύρο χώμα». Έτσι έφτιαξαν ένα κουτί από γυαλί, διάφανο από όλες τις πλευρές του και έβαλαν μέσα την Χιονάτη. Με χρυσά γράμματα έγραψαν το όνομα του κοριτσιού στο κουτί και το ότι ήταν μία βασιλοπούλα. Μετά μετέφεραν το κουτί πάνω στο βουνό και ένας από τους νάνους έμενε πάντοτε μαζί του για να το προσέχει. Τα ζώα ερχόταν και έκλαιγαν την Χιονάτη. Πρώτα πήγε μια κουκουβάγια, μετά ένα κοράκι και στο τέλος ένα περιστέρι.


Πέρασε πολύς-πολύς καιρός και η Χιονάτη παρέμενε στο κουτί χωρίς να αλλάξει η μορφή της. Έμοιαζε σα να κοιμάται, καθώς παρέμενε λευκή σαν το χιόνι, κόκκινη σαν το αίμα και μελαχρινή σαν τον έβενο. Μια μέρα ένα βασιλόπουλο μπήκε στο δάσος και σταμάτησε για να περάσει την νύχτα του στο σπίτι των νάνων. Είδε το κουτί με την Χιονάτη στο βουνό, και τα χρυσά γράμματα με το όνομα της. «Δώστε μου το κουτί» λέει τότε στους νάνους «και θα σας δώσω ότι θέλετε». «Δεν θα σου το δώσουμε ούτε για όλο το χρυσάφι του κόσμου» απάντησαν οι νάνοι. «Τότε να μου το χαρίσετε» απάντησε ο πρίγκιπας «δεν μπορώ να ζήσω χωρίς να βλέπω την Χιονάτη. Θα την τιμώ και θα την προσέχω σαν να είναι ότι πολυτιμότερο έχω». Όταν οι νάνοι άκουσαν τον πρίγκιπα τον λυπήθηκαν και αποφάσισαν να του δώσουν το κουτί. Το βασιλόπουλο ζήτησε από τους υπηρέτες του να κατεβάσουν το κουτί από το βουνό. Τότε οι υπηρέτες πήραν το κουτί στον ώμο τους αλλά καθώς περνούσαν πάνω από ένα θάμνο παραπάτησαν. Από το ταρακούνημα έφυγε το δηλητηριασμένο κομμάτι μήλου το οποίο είχε σκαλώσει στον λαιμό της Χιονάτης.



Αμέσως η Χιονάτη άνοιξε τα μάτια της και πέταξε το καπάκι από το κουτί, σηκώθηκε και ξαναζωντάνεψε. «Θεέ μου που είμαι;» φώναξε. Το βασιλόπουλο απάντησε «είσαι μαζί μου» και εξήγησε στην Χιονάτη το τι είχε συμβεί. «Σε αγαπώ περισσότερο από οτιδήποτε στη γη» λέει στη Χιονάτη «έλα μαζί μου στο παλάτι του πατέρα μου για να γίνεις γυναίκα μου». Η Χιονάτη δέχτηκε και ετοιμάστηκε ένας γάμος με λάμψη και μεγαλοπρέπεια. Στο γλέντι καλέσανε και την μητριά της Χιονάτης. Καθώς λοιπόν ετοιμάστηκε η μητριά και έβαλε τα φορέματα της, κάθισε μπροστά στον καθρέφτη και είπε:


«Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, θέλω να μάθω τώρα
ποια είναι η ομορφότερη σε ολόκληρη τη χώρα»


Ο καθρέφτης απάντησε:

«Είστε η ομορφότερη σε ετούτη την αυλή,

Μα η νέα η βασίλισσα, πολύ καλύτερη»

Τότε η κακιά γυναίκα εκστόμισε μία κατάρα, και φοβήθηκε τόσο πολύ μα τόσο πολύ που δεν ήξερε τι να κάνει. Στην αρχή δεν θέλησε να πάει καθόλου στο γάμο, αλλά δεν μπορούσε να ησυχάσει και ήθελε να δει από κοντά τη νέα βασιλοπούλα. Καθώς πήγε αναγνώρισε αμέσως τη Χιονάτη. Τότε τρόμαξε και φοβήθηκε τόσο που δεν μπορούσε να κουνηθεί από τη θέση της. 




Οι άνθρωποι του βασιλιά έφεραν σιδερένιες παντόφλες τις οποίες είχαν πυρώσει σε φωτιά και την ανάγκασαν να τις φορέσει. Στη συνέχεια έπρεπε να χορέψει με τα καυτά παπούτσια τόσο πολύ μέχρι που έπεσε νεκρή στο έδαφος.

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2016

Με ή χωρίς οικογένεια: ο θεσμός της οικογένειας στην ξένη κλασική παιδική λογοτεχνία





Ο θεσμός της οικογένειας αποτελεί αναμφισβήτητα έναν από τους στυλοβάτες της ανθρώπινης κοινωνίας ανά τους αιώνες και έναν από τους βασικότερους λόγους για την οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική πρόοδο που συντελέστηκε με το πέρασμα των χρόνων και οδήγησε την ανθρωπότητα σε πρωτόγνωρα ύψη δόξας. Η πρωτοποριακή, για το εξελικτικό στάδιο που βρισκόταν τότε, σύλληψη του ανθρώπου να πάψει να ζει μόνος του και να αρχίσει να ζει σε μικρές ομάδες που με τον καιρό ονομάστηκαν οικογένεια, φατρία, κοινωνική τάξη κτλ, σήμανε την κατανομή των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων σε μικρότερα μέρη και την εξειδίκευση που οδήγησε σιγά-σιγά σε ανακαλύψεις και εφευρέσεις που βελτίωσαν το επίπεδο της ζωής του.
Στην παιδική λογοτεχνία η οικογένεια αποτελεί ένα βασικό και σταθερά επαναλαμβανόμενο μοντέλο καθώς  μέσα στους στοργικούς (ή ασφυκτικούς) κόλπους της το παιδί δέχεται τις βασικές προσλαμβάνουσες οι οποίες θα το καθοδηγήσουν αργότερα στη ζωή του. Εκεί διαμορφώνεται η προσωπικότητα, οι ηθικές αρχές και η ιδεολογία του κάθε παιδιού που στην ουσία συνιστούν την ταυτότητά του. Όσο πιο υγιής και συγκροτημένος είναι ο οικογενειακός πυρήνας τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να ακολουθήσει το παιδί τον ίδιο δρόμο και το αντίστροφο.
Στην ξένη κλασική παιδική λογοτεχνία που αναπτύχθηκε πολύ νωρίτερα από την ελληνική η οικογένεια κατέχει πάντα μικρό ή μεγάλο μέρος σε κάθε ιστορία.
Στο θεωρούμενο ως παλαιότερο σύγχρονο ευρωπαϊκό παιδικό βιβλίο, τον «Ροβινσώνα Κρούσο» του Ντάνιελ Ντεφόε , ο ομώνυμος ήρωας, αν και έχει ήδη μία στρωμένη ζωή στην Αγγλία, παρακούει τις προσταγές της οικογένειάς του και ρίχνεται στο κυνήγι της περιπέτειάς που τόσο επιθυμεί. Όταν κάποια στιγμή επιστρέφει η οικογένειά του επειδή πιστεύει ότι είναι νεκρός δεν τον έχει συμπεριλάβει ο πατέρας του στη διαθήκη του και πρέπει να αποδείξει ότι είναι όντως αυτός. Εν τω μεταξύ στο νησί που ναυάγησε έχει δημιουργήσει με τον ιθαγενή Παρασκευά που αιχμαλώτισε μία νέου τύπου οικογένεια.


Στην «Οικογένεια Ελβετών Ροβινσώνων» του Γιόχαν Ντάβιντ Βις , μία οικογένεια Ελβετών επιβαίνει σε ένα πλοίο που ναυαγεί στη μέση του ωκεανού. Βρίσκουν καταφύγιο σε ένα εξωτικό νησί όπου ο πατέρας ελπίζει πως με τη βοήθεια του Θεού θα τα καταφέρουν. Το βιβλίο γνώρισε μεγάλη επιτυχία και πολλές διασκευές και εστιάζει κυρίως στις αξίες της συνεργασίας, της αλληλεγγύης και της αποδοχής, πολύ βασικές σε μια οικογένεια.
Στα κλασικά παραμύθια τω αδελφών Γκριμ και του Σαρλ Περό μπορεί κανείς να συναντήσει την οικογένεια σε όλους τους τύπους και τις μορφές.  Συνήθως  αναφέρονται στην έλλειψη της μητέρας που καταδικάζει τα παιδιά να ζήσουν με μία κακιά μητριά που τα βασανίζει ή αντιμετωπίζουν αξεπέραστες δυσκολίες εξαιτίας της ορφάνιας. Άλλες φορές εξυμνείται η δύναμη και η αγάπη που εκπορεύεται από την οικογένεια και μπορεί να ξεπεράσει τα πάντα.


Στα μυθιστορήματα του Τσαρλς Ντίκενς, η οικογένεια κατέχει εξέχοντα ρόλο καθώς συνήθως οι ήρωες του είναι παιδιά που τη στερούνται ή διαλύεται και ψάχνουν να την βρουν ξανά με αποτέλεσμα μεγάλες περιπλανήσεις και απίστευτες περιπέτειες. Ο Όλιβερ Τουίστ και ο Ντέιβιντ Κόπερφιλντ ψάχνουν να βρουν μία οικογένεια να τους αγαπήσει και τελικά βρίσκουν την πραγματική. Στην «Ιστορία των δύο πόλεων» οι ήρωες έρχονται αντιμέτωπη με υποθέσεις του παρελθόντος που απειλούν την οικογενειακή ευτυχία και ενότητα. 


Στα «Ασημένια πατίνια» των Μέρι Μέιπς Ντοτζ και Ζ.-Π. Σταλ ο άρρωστος πατέρας έχει συσπειρώσει όλη την οικογένεια γύρω από τη φροντίδα του. Ο γιος έχει αναλάβει το ρόλο του προστάτη και είναι η ζέση και η αγάπη για τον πατέρα του που πείθει τον διάσημο γιατρό να χειρουργήσει τον πατέρα του και να αποκατασταθεί οριστικά η υγεία του. Οι «Μικρές κυρίες» της Λουίζα Μέι Άλκοτ η οικογένεια Μαρτς είναι μία οικογένεια γεμάτη αγάπη ζεστασιά και θαλπωρή.  Οι τέσσερις κόρες του πάστορα μεγαλώνουν ελεύθερα και χωρίς περιορισμούς σχεδόν με τα ίδια προνόμια που θα είχαν αν ήταν αγόρια.


Από την άλλη πλευρά η «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» έχει τη μοναδική ευκαιρία να πραγματοποιήσει το παράξενο ταξίδι της γιατί βαριέται με την αδερφή της, η οποία θεωρεί πως δεν την καταλαβαίνει. Ο «Τομ Σόγιερ» του Μαρκ  Τουέιν, αν και έχει συγγενείς που ον φροντίζουν, όνειρό του είναι να αφήσει πίσω του την μικρή του πόλη και να ζήσει τη μεγάλη περιπέτεια όπως την φαντάζεται. Τα ίδια όνειρα έχει και ο συνομήλικος φίλος του, «Χακ Φιν» , ο οποίος δεν έχει οικογένεια, αν και υπάρχουν άνθρωποι που τον αγαπούν και τον φροντίζουν. Ο ξύλινος «Πινόκιο» του Κάρλο Κολόντι γίνεται παρηγοριά και οικογένεια για τον ηλικιωμένο ξυλουργό Τζεπέτο που τον σκαλίζει σε ένα κούτσουρο και στο τέλος τον επιβραβεύει η νεράιδα κάνοντάς τον αληθινό αγόρι.
Στον «Μάγο του Οζ» του Φρανκ Μπάουμ η επιστροφή στην οικογένεια και στους θείους της που την αγαπούν γίνεται για την Ντόροθι ο σκοπός που την κάνει να επιμένει και να μην χάνει το θάρρος της κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής της στην άγνωστη χώρα του Οζ. Οι μικρές ηρωίδες των βιβλίων της Φράνσις Χόντγκσον Μπάρνετ καλούνται να αναπροσδιορίσουν την έννοα της οικογένειας όταν μένουν ορφανές και πρέπει στο εξής να ζήσουν σε ένα νέο άγνωστο περιβάλλον ή να βρεθούν μόνες και απροστάτευτες χωρίς κανέναν άνθρωπο να τις φροντίζει.


Πολύ επαναστατική άποψη για την οικογένεια εκφράζει ο «Πίτερ Παν» του Τζ. Μ. Μπάρι . πιστεύει πως η οικογένεια είναι κάτι πολύ φορτικό και πιεστικό γιατί σου ζητά συνεχώς να κάνεις πράγματα: να πηγαίνεις στο σχολείο, να διαβάζεις, να κοιμάσαι νωρίς, να είσαι φρόνιμος… Ο ίδιος προτιμά να ζει περιπέτειες στη Χώρα του Ποτέ και να παίζει με τους φίλους του, τα Χαμένα Αγόρια.
Η «Ματίλντα» του Ρόαλντ Νταλ δεν ζει ακριβώς σε αυτό που θα λέγαμε ιδανική οικογένεια. Οι δικοί της την παραμελούν και την χλευάζουν πιστεύοντας ότι το σχολείο και το διάβασμα που της αρέσουν πολύ είναι άχρηστα για τη ζωή. Η Ματίλντα στο τέλος του βιβλίου επαναστατεί, βάζει τα πράγματα στη θέση τους και δημιουργεί μία αληθινή οικογένεια μαζί με την αγαπημένη της δασκάλα.
Τέλος στα κλασικά βιβλία του Εκτόρ Μαλό «Με οικογένεια» και «Χωρίς οικογένεια» ένα κορίτσι και ένα αγόρι που μόλις έχει ορφανέψει και είναι εξ αρχής ορφανό αντίστοιχα, βρίσκουν την αγάπη και την κατανόηση σε μία νέα οικογένεια και την βιολογική τους που είχαν χάσει από παρεξήγηση συγκινώντας τους αναγνώστες.


Η οικογένεια, είτε στην πραγματική ζωή είτε ως προϊόν μυθοπλασίας, αποτελεί έναν βασικό μοχλό κινητοποίησης ή οπισθοδρόμησης ση ζωή των παιδιών που προκαθορίζει και κάποιες φορές, τελεσιδικεί για τις μελλοντικές τους προοπτικές. Οι ξένοι συγγραφείς την παρουσιάζουν ολόπλευρα και λεπτομερώς στα έργα τους σε κάθε έκφανση και μορφή ανάλογα με την εποχή που έζησαν και τα βιώματά τους. Προς την ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι Έλληνες συγγραφείς παρόλο που μόλις τα τελευταία χρόνια αναγνωρίζεται η παιδική λογοτεχνία ως ξεχωριστό και αυτόνομο λογοτεχνικό είδος.

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2016

Όταν παρακμάζει η ιστορία



Ο βράχος της Μονεμβασιάς είναι ακίνητος κι ασάλευτος. Έτσι ήταν, έτσι είναι κι έτσι θα 'ναι πάντα. Όμως με τον κόσμο δεν είναι το ίδιο. Ο κόσμος γυρίζει σαν μια τεράστια σβούρα. Αλλάζει. Μεγάλα ιστορικά γεγονότα πυκνώνουν τις σελίδες του χοντρού βιβλίου της ιστορίας. Λαοί χάνονται και έθνη γεννιούνται.
Πώς ήταν δυνατόν το Βυζάντιο ν' αποφύγει αυτή την παγκόσμια μοίρα;
Από το 1081 ως το 1204 ο βυζαντινός κόσμος έμεινε ενωμένος αλλά τα πράγματα είχαν αλλάξει πολύ.
Το Βυζάντιο είχε χάσει σπουδαία έδαφη στη Μικρασία, που δεν μπορούσε να τα πάρει πίσω, όπως στην εποχή του Ηρακλείου και του Λέοντα Γ΄ του Ίσαυρου.
Στο εσωτερικό είχε κλονιστεί η εξουσία, ο στρατός, η οικονομία.
Στο εξωτερικό ο αγώνας έγινε διμέτωπος. Για πρώτη φορά η αυτοκρατορία, που τόσες αιώνες αγωνιζόταν να κρατήσει πέρα από τα ανατολικά της σύνορα τους αντιπάλους της χριστιανοσύνης, δεχόταν τώρα την επίθεση των λαών της Δυτικής Ευρώπης και μάλιστα με μανία και φανατισμό.
Αυτές οι επιθέσεις από τη δύση είχαν δύο πηγές: Πρώτα την επεκτατική δράση των Νορμανδών της Νότιας Ιταλίας και ύστερα την κίνηση των Σταυροφόρων προς τους Αγίους Τόπους.


Απόσπασμα από το βιβλίο της Αγγελικής Βαρελλά, "Καλοκαίρι στη Μονεμβασιά", σελ. 86, εκδόσεις Χρυσή Πέννα, Αθήνα 1980

Οι πόλεις και οι τόποι στην παιδική λογοτεχνία


Είναι πολύ σημαντικό για έναν άνθρωπο να γνωρίζει τον τόπο και την καταγωγή του. Σημαντικό όχι μόνο γιατί θα τον βοηθήσει στη συγκρότηση της προσωπική του ταυτότητας και μιας βαθιάς και αληθινής αντίληψης του κόσμου γύρω του αλλά και γιατί αποτελεί ουσιαστικό μέρος της ταυτότητας αυτής. Στα παλιότερα εκπαιδευτικά συστήματα το μάθημα της λεγόμενης πατριδογνωσίας , το οποίο λειτουργούσε ως προάγγελος της γεωγραφίας και ασχολούνταν με την τοπική ιστορία και γεωγραφία της περιοχής που βρισκόταν κάθε σχολείου. Στα νεότερα χρόνια με την εξέλιξη των εκπαιδευτικών πραγμάτων και την απρόσκοπτη πορεία της παιδείας προς την εξειδίκευση το περιεχόμενο του μαθήματος αυτού διασπάστηκε στην ιστορία, τη γεωγραφία και την μελέτη περιβάλλοντος με ανάμικτα αποτελέσματα.
Με την παράλληλη ανάπτυξη της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας, οι συγγραφείς παιδικών βιβλίων δεν άργησαν σύντομα να ανακαλύψουν την ενσωμάτωση πληροφοριών γεωγραφικής, ιστορικής, λαογραφικής και άλλης φύσης  στην μυθοπλασία της υπόθεσης των έργων τους ως πρόσφορο μέσο για την εκτενέστερη εμπέδωση της τοπικής, εθνικής και παγκόσμιας ιστορίας και γεωγραφίας σε συνδυασμό με τις γνώσεις που παρέχει το σχολείο. Αρχικά ξεκίνησαν με την απλή παράθεση πληροφοριών για να προχωρήσουν στην περίτεχνη εμπλοκή τους στη μυθοπλασία έως την ανάπτυξη σχετικών δραστηριοτήτων που υπερβαίνουν τα πλαίσια του βιβλίου όπως ξεναγήσεις, σχολικές εργασίες, θεατρικά έργα κτλ.
Από το 1958 η Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά άρχισε να διοργανώνει κάθε χρόνο λογοτεχνικούς διαγωνισμούς (με έργα ανέκδοτα που υποβάλλονταν ανώνυμα) για την ανάπτυξη της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας και για να δοθεί η ευκαιρία σε αξιόλογους νέους συγγραφείς να αναδειχθούν. Διαγωνισμούς με τους ίδιους στόχους διοργάνωνε και ο Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου/Ελληνικό Τμήμα της ΙΒΒΥ, επίσημο σωματείο από το 1969, τις πρώτες δεκαετίες της λειτουργίας του. Από το 1975 καθιερώθηκε η κατηγορία «Το χρονικό μιας πολιτείας».


Τα βιβλία που βραβεύτηκαν στην κατηγορία αυτή και θα παρουσιάσουμε παρακάτω σε όσα βρήκαμε σχετικές πληροφορίες, μαζί με κάποια παλιότερα, νεοτέρα και κάποια που δεν βραβεύτηκαν σε κάποια διαγωνισμό,  είναι τα εξής:

Βραβεία

 1976 Ελένη Βαλαβάνη Ταξίδι στ΄ Ανάπλι (Δωδώνη)
 1976 Αγγελική Βαρελλά Καλοκαίρι στη Μονεμβασιά (Πατσούρης)
 1978 Γιολάντα Πατεράκη Η αρχόντισσα του Αιγαίου (Εκδόσεις των Επτά)

Έπαινοι

 1977 Γιώργος Σακκάς Καλαμάτα, η πρώτη ελεύθερη πόλη
 1977 Καλλιόπη Σφαέλλου Θησαυρός στη Ναύπακτο (Μουστάκα)
 1978 Νίτσα Τζώρτζογλου Στο λόφο του Επάνω Εγκλιανού (Εκδόσεις των Επτά)
1981 Κίρα Σίνου Στην πόλη του Αϊ-Δημήτρη (Κέδρος) 1982
 Βασίλης Δ. Αναγνωστόπουλος Το μπουγαρίνι (Χριστόπουλος) 1982
 Ζωή Κανάβα Πασχαλιά με οτοστόπ (Α.Σ.Ε.)

Ένα πρώτο δείγμα χρονικού-ταξιδιωτικού παιδικού βιβλίου είναι «Ο μικρός περιηγητής» της Σοφίας Μαυροειδή-Παπαδάκη. Το βιβλίο αρχικά είχε δημοσιευτεί σε συνέχειες μεταπολεμικά στο παιδικό περιοδικό «Το ελληνόπουλο». Ένα μικρό ελληνόπουλο που ζει στην Αμερική έρχεται για διακοπές Χριστουγέννων, Πάσχα και καλοκαιριού στην ιδιαίτερη πατρίδα του, κάπου στην Πελοπόννησο. Όσο διάστημα μένει στην Ελλάδα, ταξιδεύει ανά την Πελοπόννησο γνωρίζοντας την ιστορία και τα έθιμα κάθε περιοχής που επισκέπτεται.


Η Καλλιόπη Σφαέλλου συνδυάσει επιτυχημένα την γνωριμία των παιδιών με έναν τόπο παράλληλα με την συναρπαστική πλοκή της αναζήτησης ενός θησαυρού στο βιβλίο της «Ο θησαυρός της Ναυπάκτου». Η παρέα των μικρών ντετέκτιβ αναζητά τον πολύτιμο χαμένο θησαυρό περιδιαβαίνοντας τους δρόμους και τα μονοπάτια της ιστορικής πόλης της Ναυπάκτου. Η Κίρα Σίνου με την εξαιρετική αγάπη και αφοσίωση της στην ιστορία στο μυθιστόρημά της «Στην πόλη του αι-Δημήτρη» με αφορμή μια παρέα νέων που σπουδάζει στη Σχολή Ξεναγών μας μεταφέρει τόσο στην βυζαντινή όσο και στη σύγχρονη πόλη της Θεσσαλονίκης δίνοντας πολλές πληροφορίες για την ιστορία και τα μνημεία της πόλης.
Πολλά πράγματα για την ιστορία και τον λαϊκό πολιτισμό της πόλης των Τρικάλων και της ευρύτερης περιοχής ξεδιπλώνονται αρμονικά στο βιβλίο της Μαρούλας Κλιάφα «Οι πελαργοί θα ξανάρθουν». Ο 10χρονος Γιάννης ζει κατά τη διάρκεια της Χούντας των Συνταγματαρχών στα Τρίκαλα με την οικογένειά του. Μέσα στο κλίμα μυστικοπάθειας και φόβου που επικρατεί στη χώρα, περπατάει στους δρόμους θαυμάζοντας τα παλιά αρχοντικά κα μαθαίνει πληροφορίες για την τοπική ιστορία και τα έθιμα, ειδικά όταν ταξιδεύει σε ένα κοντινό χωριό καθώς είναι καλεσμένος σε έναν γάμο.


Στο βιβλίο του Ι. Δ. Ιωαννίδη «Το χρυσαφένιο τόξο» όπου 12χρονα παιδιά από διάφορες περιοχές της Ελλάδας αλληλογραφούν ανταλλάσσοντας μεταξύ άλλων πληροφορίες για την ιστορία και τα έθιμα των περιοχών που ζουν συνδυάζοντας ζωντανά και άμεσα περιστατικά από την καθημερινότητα των παιδιών μαζί με γνωστικό υλικό. Η Αγγελική Βαρελλά στο «Καλοκαίρι στη Μονεμβασιά» καταγράφει πραγματικά το χρονικό μιας ολόκληρης πολιτείας και τόπου καταγωγής της με πρωταγωνιστές μία συντροφιά νέων παιδιών που επισκέπτονται διάφορα μέρη της γραφικής και πολυιστορημένης πολης.


«Στο Μυστρά των Παλαιολόγων» της Ελένης Βαλαβάνη, η συγγραφέας μας δίνει μία γλαφυρή 
ολοζώντανη εικόνα  του Δεσποτάτου του Μυστρά την εποχή που η Βυζαντινή Αυτοκρατορία πνέει τα λοίσθια και όλα τα γνωστά και τραγικά πρόσωπα της ιστορίας: οικογένεια Παλαιολόγων, Γεώργιος Πλήθων-Γεμιστός, καρδινάλιος Βησσαρίων και άλλοι αγωνίζονται για τη διάσωση του ελληνισμού. Το «Ταξίδι στ’ Ανάπλι» της ίδιας συγγραφέως με ήρωα τον μικρό Αντώνη που μετακομίζει στην πόλη λόγω της μετάθεσης του πατέρα του και γνωρίζει την πόλη που είναι γι’ αυτόν terra incognita. Στο χώρο της Πελοποννήσου κινείται το βιβλίο του Γιώργου Σακκά, «Καλαμάτα, η πρώτη ελεύθερη πόλη» με ένα πορτραίτο της πρώτης ελληνικής πόλης που απελευθερώθηκε από τον τουρκικό ζυγό.
Η Φανή Παπαλουκά στο βιβλίο της «Στα χρόνια του Όθωνα» μας μεταφέρει στα πρώτα χρόνια της Απελευθέρωσης στην Αθήνα. Εκεί μαζί με τον νεοαφιχθέντα Βαυαρό βασιλιά Όθωνα καταφθάνει μία οικογένεια αξιωματούχων που συνοδεύει το βασιλιά μαζί με τα τρία  παιδιά της που είναι ανυπόμονα να εξερευνήσουν τη νέα πόλη που θα μείνουν και την γνωρίζουν ως τότε μόνο μέσα από την ιστορία και την  μυθολογία.



Η Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου σε ένα από τα σχετικά πρόσφατα βιβλία της, «Η προφητεία του κόκκινου κρασιού» αναφέρεται στη ιστορία της πόλης και τον τρόπο ζωής του Μελένικου, μίας πόλης με ανθηρό ελληνικό πληθυσμό ως τον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο όταν οι νέες συνοριακές διευθετήσεις την παρέδωσαν οριστικά στο νέο βουλγαρικό κράτος. Ένας απόγονος των Ελλήνων κατοίκων, αρχαιολόγος στο επάγγελμα, ταξιδεύει ως εκεί με την κόρη του με ον σύλλογο που έχουν ιδρύσει οι παλιοί κάτοικοι ενώ παράλληλα μας αφηγείται τη ιστορία της οικογένειάς του όταν οι πρόγονοί του ζούσαν ακόμη εκεί.
Υπάρχουν πολλά ακόμη βιβλία που αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα στην ιστορία ενός τόπου, τα έθιμά του και τη γεωγραφία του. Οι συγγραφείς τους προσπαθούν συνδέοντας τις ιστορικές, γεωγραφικές και ιστορικές πληροφορίες και την καθημερινότητα των παιδιών να καταδείξουν την παρουσία τους στην καθημερινή τους ζωή με τρόπους  που ούτε καν φαντάζονται πως υπάρχουν. Ωστόσο με την συνεχή και αυξανόμενη επιρροή της τεχνολογίας στα παιδιά απαιτούνται νέες ιδέες και μέθοδοι για την αξιοποίηση τους με νέα οπτική.



Ευχαριστώ πολύ την κ. Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου για τις πληροφορίες σχετικά με τους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς και του Ελληνικού Κύκλου Παιδικού Βιβλίου και τον κατάλογο των βραβεθέντων βιβλίων στην κατηγορία "Το χρονικό μιας ελληνικής πολιτείας" του Ελληνικού Κύκλου Παιδικού Βιβλίου.

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016

Ο μύθος της Αταλάντης


Κόρη του Σχοινέα (γιου του Αθάμαντα) και της Κλυμένης (κόρης του Μινύου). Η Αταλάντη ήταν ωραιότατη αλλά και περίφημη δρομέας. Απέφευγε τη συναναστροφή με άλλες παρθένες και τρόμαζε στην ιδέα του γάμου. Επειδή όμως πολλοί ζητούσαν να την παντρευτούν εκείνη δήλωσε ότι θα παντρευόταν εκείνον που θα κατάφερνε να την παραβγεί σε αγώνα δρόμου και ότι θα φόνευε στη συνέχεια τον όποιον ηττημένο από αυτήν. Αν και οι όροι ήταν βαρείς πολλοί ήταν και οι μνηστήρες και ως εκ τούτου πολλά υπήρξαν και τα θύματα. Μέχρι που τη νίκησε ο Ιππομένης ή ο Μελανίων, που το κατόρθωσε χάρη σε τρία μήλα των Εσπερίδων που είχε λάβει ως δώρο από τη θεά Αφροδίτη με τη ρητή εντολή να τα χρησιμοποιήσει μόνο όταν κινδύνευε να χάσει στον αγώνα ρίχνοντας ένα ένα πλάγια. Πράγματι η Αταλάντη πιστεύοντας ότι θα νικήσει λοξοδρομούσε κάθε φορά για να κυνηγήσει το μήλο. Έτσι μετά τη νίκη του ο Ιππομένης νυμφεύθηκε την Αταλάντη αλλά το ερωτικό τους πάθος ήταν τόσο έντονο που χρησιμοποίησαν ως ερωτική κλίνη αυτό το ιερό δάσος της θεάς Ήρας. Μόλις το αντελήφθη η Ήρα δεν άργησε να δείξει την αγανάκτησή της μεταμορφώνοντας τους δύο εραστές σε ζεύγος λεόντων… εξαιρώντας τους έτσι από της αρχαίας ηθικής τάξεως των πραγμάτων.
Τη διήγηση αυτού του μύθου μας διέσωσε ο Ησίοδος στους καταλόγους του. Εκτός όμως από αυτόν και άλλοι μύθοι υπήρχαν με διάφορες παραλλαγές. Όπως ότι η Αταλάντη συμμετείχε σε κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου όπου και πέτυχε να λαβώσει πρώτη το ζώο και να λάβει σε αναγνώριση το δέρμα του ζώου από τον Μελέαγρο.
Ο δεύτερος αυτός μύθος μάλλον πρόκειται για συγχώνευση δύο μύθων με συνώνυμες ηρωίδες η μία κυνηγός και η άλλη δρομέας. Η κυνηγός ζούσε στα Αρκαδικά όρη και ανήκε στην ακολουθία της Άρτεμης φερόμενη ως κόρη του Μαίναλου ή του Ιάσιου (του Άργους) (Οδύσσεια Σ 246). Περί της δεύτερης μάλιστα μυθολογείται ότι ο πατέρας της διαψευσθείς ότι θα αποκτούσε γιο, την άφησε πολύ μικρή στο βουνό, όπου την υιοθέτησε και τη μεγάλωσε μια αρκούδα. Αργότερα την πήραν κάποιοι κυνηγοί κι έζησε καιρό μαζί τους, μαθαίνοντας έτσι ότι χρειάζεται το κυνήγι. Έτσι έμμεσα αλλά σαφέστατα ο μύθος μας δίνει την Αταλάντη αυτή ως προστατευόμενη της Αρτέμιδας, χωρίς καν να αναφέρει τη θεά, κι όπως φυσικά και αναμενόμενο η Αταλάντη συνεχίζει να ζει ως προστατευόμενή της, χωρίς να θέλει να την αγγίξει άνδρας (το μόνο κοινό με τη συνώνυμό της, τη δρομέα).
Λέγεται ακόμη πως η κυνηγός είχε τοξεύσει και σκοτώσει τους δύο Κενταύρους Υλαίο και Φοίκο όταν αυτοί προσπάθησαν κάποτε να τη βιάσουν. Παρά ταύτα η Αταλάντη αυτή παντρεύτηκε τον Μελανίωνα ο οποίος και εκείνος δεν ήθελε να ακούσει τίποτε για γάμο. Σε συνάντησή τους όμως, το κοινό αυτό παράδοξο, τους έκανε να αισθανθούν μεταξύ τους έλξη και τελικά να ενωθούν. Από τον γάμο αυτό φέρεται να γεννήθηκε ο Παρθενοπαίος
.

Οι αγαπημένες μικρές ηρωίδες στην ξένη κλασική παιδική λογοτεχνία




Είναι κοινό μυστικό πια πως η κινητήριος δύναμη για αποφάσεις που οδήγησαν σε μεγάλες και συνταρακτικές αλλαγές είτε στην ιστορική πραγματικότητα είτε στην απλή καθημερινότητα έχουν παρθεί ή υποκινηθεί από δυναμικές γυναίκες που βρέθηκαν στην εξουσία κατ’ εξαίρεση ή κινούμενες παρασκηνιακά έπαιρναν την κατάσταση στα χέρια τους υποκαθιστώντας τους ασθενείς κατέχοντες της εξουσίας.
Στην λογοτεχνία, όπως και στα κοινωνικά στερεότυπα που ακόμη ακολουθούμε-έστω και ασυναίσθητα-οι ξεχωριστοί ήρωες που μας ταξιδεύουν με τις ιστορίες τους είναι περισσότερο άνδρες και πολύ λιγότερο γυναίκες. Λόγω της μακραίωνης πατριαρχικής παράδοσης της κοινωνίας μας αλλά και το ιδιαίτερο δέσιμο των γυναικών με την οικογενειακή εστία και τα παιδιά, οι άνδρες θεωρήθηκαν πιο ικανοί και περισσότερο «ελεύθεροι» να εμπλακούν σε περιπέτειες και να φέρουν σε πέρας τα ηρωικά κατορθώματα για τα οποία διψάει το αναγνωστικό κοινό και δημιουργούσε ανέκαθεν η συγγραφική γραφίδα. Οι γυναίκες αποτελούσαν το ασφαλές καταφύγιο στο οποίο κατέφευγαν οι ήρωες δαφνοστεφείς ή ο λόγος για τον οποίο πολεμούσαν ώστε να γυρίσει στη ζωή τους η ασφάλεια και η σταθερότητα.
Αποτελεί, λοιπόν, απορίας άξιον γιατί πήρε τόσους αιώνες να προβληθεί το πρότυπο της γυναίκας ηρωίδας στην πληρότητά του εφόσον εξασφαλίζει τόσο μεγάλη ασφάλεια και σταθερότητα , απαραίτητες προϋποθέσεις  για την πρόοδο και την ευτυχία.
Οι ρίζες της ισόνομης προβολής των ηρωίδων με τους ήρωες βρίσκονται ήδη βαθιά στα πρώτα γραπτά κείμενα της ιστορίας της λογοτεχνίας, όταν μία όμορφη γυναίκα, η Ελένη της Σπάρτης, γίνεται η αιτία για να ξεσπάσει η πρώτη θρυλική σύγκρουση στην ιστορία της ανθρωπότητας: ο Τρωικός πόλεμος. Ακολουθεί η ελληνική και ρωμαϊκή μυθολογία όπου οι θεές του ελληνικού δωδεκάθεου αλλά και πολλές ακόμη μυθολογικές ηρωίδες σπάζουν κατά καιρούς τα ανδροκρατούμενα στεγανά των αντιλήψεων της εποχής δημιουργώντας νέα δεδομένα για το μέλλον και πολύ συχνότερα, μπελάδες! (Ήρα. Αθηνά, Αφροδίτη, Άρτεμις, Αταλάντη, Αμαζόνες, Άλκηστις, Αντιγόνη κτλ).
Πολύ μεγάλη ώθηση έδωσαν σε αυτό και γυναικείες ηρωικές μορφές που διακρίθηκαν κατά καιρούς και εποχές για την οξύνοια και τη γενναιότητά τους, όπως η Ασπασία, η Κλεοπάτρα, η Θεοδώρα, η Ειρήνη η Αθηναία, η Θεοφανώ, η Άννα (αδελφή του Βασιλείου Β΄), η Υπατία, η Διοτίμα, η Ζαν ντ’ Αρκ, η Ελισάβετ της Αγγλίας, η Ισαβέλλα της Ισπανίας και πολλές άλλες που καμιά φορά αναφέρονται σε δύο γραμμές της ιστορίας. Συχνά αποτέλεσαν έμπνευση για την συγγραφή λογοτεχνικών έργων περνώντας στη σφαίρα του μύθου.

Στη νεότερη εποχή οι πρώτες ηρωίδες που αγαπήθηκαν από τους μικρούς αλλά και τους μεγάλους αναγνώστες είναι οι ηρωίδες των μεσαιωνικών παραμυθιών που καταγράφηκαν όταν άρχισε να αφυπνίζεται η εθνική συνείδηση των ευρωπαϊκών λαών. Η Χιονάτη αναζητά μόνη της την τύχη της στο δάσος για να γλιτώσει από την κακιά μητριά της. Η Σταχτοπούτα μπαίνει δυναμικά στη διεκδίκηση ενός καλύτερου μέλλοντος ενάντια στις θετές της αδελφές και την μητριά της που την έθεσαν στο περιθώριο-με την βοήθεια πάντα της καλής νονάς νεράιδας. Η Βασίλισσα του Χιονιού διεκδικεί και κρατά την εξουσία. Η Γκρέτελ συνεργάζεται με τον Χάνσελ για να γλιτώσουν τη ζωή τους και δεν στηρίζεται στη γενναιότητα του αδελφού της και μόνο.

Η μεγάλη αλλαγή στον καταστατικό χάρτη των ηρώων της παιδικής λογοτεχνίας λαμβάνει χώρα από τα τέλη του 18ου αιώνα και μετά όταν στην Αγγλία με την Βιομηχανική Επανάσταση και την άνοδο του βιοτικού επιπέδου τα παιδιά αρχίζουν να αποτελούν μία ιδιαίτερη κατηγορία αναγνωστικού κοινού με τις δικές του ανάγκες και απαιτήσεις.
Το πρώτο βιβλίο που να αφορά αποκλειστικά τις περιπέτειες ενός κοριτσιού  έρχεται μέσα από τα κλασικά μυθιστορήματα του Τσαρλς Ντίκενς με την «Μικρή Ντόρριτ» όπου ένα μικρό κορίτσι αναγκάζεται να ζήσει μαζί με τον πατέρα της που χρεοκόπησε στην ιδιόμορφη φυλακή του Μάρσαλσυ όπου είχε ζήσει ως παιδί και ο ίδιος ο Ντίκενς. Λίγο αργότερα εκδίδεται «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων» με την μικρή Αλίκη να ταξιδεύει σε έναν αλλόκοτο εξωπραγματικό κόσμο που το σύμπαν του μάλλον αντικατοπτρίζει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της γυναικείας φύσης, αναλογιζόμενοι και την Βασίλισσα Ντάμα Κούπα.

Ένα βιβλίο που κυριαρχούν κατεξοχήν κορίτσια και ο δικός τους κόσμος είναι οι «Μικρές Κυρίες» της Λουίζα Μέι Άλκοτ . Τα τέσσερα κορίτσια του πάστορα Μαρτς θα λέγαμε πως αντιπροσωπεύουν σχεδόν κάθε τύπο γυναίκας που συναντούμε στην καθημερινότητά μας με την επαναστάτρια και φιλόδοξη συγγραφέα Τζο να ξεχωρίζει. Η «Χάιντι» της Γιοχάνα Σπίρι με τη μικρούλα «Χάιντι» να πρέπει ξαφνικά να ζήσει με τον αντικοινωνικό και μονόχνωτο παππού της μετά τον θάνατο των γονιών της και την αδυναμία της θείας Ντέτε να την φροντίσει. Οι ονειρικές εικόνες των Άλπεων σε συνδυασμό με την παιδική αθωότητα της Χάιντι και του Πέτερ έκαναν το βιβλίο γρήγορα πολύ δημοφιλές.

«Ο μάγος του Οζ» του Φρανκ Λ. Μπάουμ έχει πάλι για πρωταγωνίστρια του ένα κορίτσι. Η μικρή Ντόροθι παρασύρεται από έναν κυκλώνα μακριά από το σπίτι της και πρέπει να βρει το μάγο στη Χώρα του Οζ για να της δώσει τα μαγικά γοβάκια για να γυρίσει πίσω στο Κάνσας. Μαθήματα αξιοπρέπειας και ηθικής ακεραιότητας δίνει η «Μικρή πριγκίπισσα» της Φράνσις Χόντγκσον Μπάρνετ όταν μετά το θάνατο και την χρεοκοπία του πατέρα της αναγκάζεται να παραμείνει ως υπηρέτρια στο ακριβό οικοτροφείο που πρώτα φοιτούσε ως μαθήτρια για να επιβιώσει.

«Ο μυστικός κήπος» της ίδιας συγγραφέως έχει ως ηρωίδα την κακομαθημένη και ορφανή Άννυ Λένοξ που θα αναθεωρήσει πλήρως τον τρόπο που βλέπει τη ζωή και αντιμετωπίζει τους ανθρώπους όταν θα πάει να ζήσει στο σπίτι του λόρδου θείου της και θα γνωρίσει τον ασθενικό της ξάδερφο Κόλιν. Στην «Άννα των αγρών» της Λούσι Μοντ Μοντγκόμερι η 11χρονη Άννα προσπαθεί επί χρόνια να βρει μια οικογένεια που να την αγαπάει. Όταν κατά λάθος υιοθετείται από δύο ηλικιωμένα αδέλφια, η χαρωπή της προσωπικότητα και ο αυθορμητισμός της θα τα πείσει να την κρατήσουν και να βρει κοντά τους την ευτυχία που λαχταρά.
Σύμβολο της αιώνιας αισιοδοξίας και της χαράς της ζωής η «Πολυάννα» της Ελέανορ Χ. Πόρτερ θα τα καταφέρει εξαιρετικά στη νέα της ζωής με την απογοητευμένη και πικρόχολη θεία της και δεν θα τα παρατήσει  ακόμη και όταν ένα ατύχημα την αφήνει προσωρινά ανάπηρη. Πολύ πιο δυναμική αντιμετώπιση της ζωής και κατορθώματα που θα συναγωνίζονταν και εκείνα ενός αγοριού καταφέρνει η διάσημη «Πίπη φακιδομύτη» της Άστριντ Λίντγκρεν.  Με τις υπερφυσικές της δυνάμεις μπλέκει σε απίθανες περιπέτειες και βάζει τα πράγματα στη θέση τους!  Η «Ματίλντα» του Ρόαλντ Νταλ έχει μία οικογένεια που δεν την καταλαβαίνει και την κακοποιεί. Το ίδιο συμβαίνει και με το σχολείο όπου η μοχθηρή και αδίστακτη διευθύντρια βασανίζει τα παιδιά. Η Ματίλντα βρίσκει καταφύγιο στα βιβλία και τη δασκάλα της και όταν αποκτά μαγικές δυνάμεις παίρνει το αίμα της πίσω.

Η αποτύπωση του κοριτσιού ηρωίδα στην ξένη κλασική παιδική λογοτεχνία ξεκινά από τα κλισέ στερεότυπα του καλοκάγαθου νοικοκυρεμένου κοριτσιού και φτάνει ως το σύγχρονο εξισωτικό πρότυπο των δύο φύλων. Οι ηρωίδες των βιβλίων αντιμετωπίζουν δυσκολίες, παλεύουν με τον εαυτό τους και το κοινωνικό τους περιβάλλον κατακτώντας το μερίδιο που τους αναλογεί. Δεν διεκδικούν να μπουν στη θέση των αγοριών αλλά με την πάροδο του χρόνου κατακτούν ή αγωνίζονται για ίσα δικαιώματα και για ισότιμη, επί ίσοις όροις θέση στην κοινωνία.