Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2016

Αναζητώντας τον κατάσκοπο

Από το βιβλίο της Πηνελόπης Δέλτα, "Για την πατρίδα"


Ένα στρατιωτικό σώμα είχε ζώσει το σπίτι. Μερικοί στρατιώτες κι ένας αξιωματικός μπήκαν στην κάμαρα όπου ήταν μαζεμένοι οι ταξιδιώτες, κι άλλοι απ’ έξω φύλαγαν την πόρτα.

Ο ξενοδόχος συνόδευε τον αξιωματικό με χίλιες υποκλίσεις και κομπλιμέντα.
Η Θέκλα έριξε μια ματιά του Αλέξιου. Δεν αναγνώριζε κείνη τις στολές, δεν είχε καταλάβει αν ήταν Έλληνες ή Βούλγαροι.
Το πρόσωπο όμως του Αλέξιου ήταν ατάραχο. Συλλογίστηκε η Θέκλα τα χαρτιά του, που ήταν κρυμμένα στα ρούχα του μέσα, και πάγωσε.
- Αν ήταν Βούλγαροι;
- Όλοι να σταθούν στη σειρά, πρόσταξε ο αξιωματικός.
Και ο ίδιος κάθισε σ’ ένα σκαμνί και φώναξε τον ξενοδόχο.
- Τους ξέρεις όλους αυτούς ποιοι είναι; ρώτησε.
- Ναι, αποκρίθηκε ο ξενοδόχος, όλους τους ξέρω. Είναι από τα γειτονικά χωριά. Μόνο αυτούς δεν ξέρω.
Και με το δάχτυλο έδειξε τον Αλέξιο και τη Θέκλα.
- Βγάλε όλους τους άλλους από δω μέσα λοιπόν, είπε ο αξιωματικός. Μα να μη φύγει κανένας, φώναξε βλέποντας τους άλλους να βγαίνουν βιαστικοί. Κλείσε τους σε άλλο δωμάτιο. Πρέπει έναν – ένα να τους εξετάσω.
Και πρόσταξε δυο στρατιώτες να τους συνοδέψουν και να τους φυλάξουν.
- Κι αυτόν δεν τον ξέρω, είπε ο ξενοδόχος καθώς σηκώθηκε ο καλόγερος να φύγει.
- Να μείνει κι αυτός, πρόσταξε ο αξιωματικός.
Ο καλόγερος σταμάτησε. Όλοι οι άλλοι είχαν βγει έξω, μόνο ο νέος που κάρφωνε το παραθυρόφυλλο στάθηκε στην πόρτα και περίμενε.
- Από πού είσαι; ρώτησε ο αξιωματικός τον καλόγερο.
- Από την Άγια Λαύρα* του Άθωνα.
[*Άγια Λαύρα: μονή που έχτισε στα 963 ο Αθανάσιος Αθωνίτης· πνευματικός και φίλος του Νικηφόρου Φωκά, με χρηματική χορηγία του Νικηφόρου, έπειτα από την κατάκτηση της Κρήτης.]
- Πώς βρέθηκες εδώ;
- Ήλθα να πάρω τον ανεψιό μου που θέλει να γίνει παπάς.
- Ποιος είναι ο ανεψιός σου;
Ο καλόγερος έδειξε το νέο που στέκουνταν στην πόρτα.
Ο αξιωματικός ρώτησε τον ξενοδόχο αν τον γνώριζε.
- Ναι, είπε αυτός. Είναι από άλλο χωριό μα έρχεται συχνά εδώ πέρα. Είναι μαραγκός, και σαν έλθει μας διορθώνει ό,τι σπασμένο έχομε.
Ο αξιωματικός γύρισε πάλι στον καλόγερο.
- Είπες πως έρχεσαι από τη Μονή της Άγιας Λαύρας;
- Ναι.
- Μπορείς να μου δώσεις καμιάν απόδειξη πως μου λες την αλήθεια;
Ο καλόγερος έβγαλε από το ράσο του ένα γράμμα και το έδωσε του αξιωματικού.
- Έχει την υπογραφή του ηγούμενου, είπε.
Ο αξιωματικός το πήρε κι εξέτασε την υπογραφή. Ήταν γνήσια. Ύστερα διάβασε το γράμμα όλο, και με σεβασμό το επέστρεψε στον καλόγερο.
- Λυπούμαι, είπε, που αναγκάστηκα να σε βαστάξω τόση ώρα. Μα οι διαταγές μου είναι ρητές. Είσαι ελεύθερος να πας όπου θέλεις.
Ο καλόγερος υποκλίθηκε με το χέρι απλωμένο στο στήθος του και άρχισε να συμμαζεύει σιγά-σιγά το μαχαίρι του, το ψωμί και τις ελιές και να τα ξαναβάζει στο μπογαλάκι του.
Με την άκρη του ματιού του έκανε νόημα του μαραγκού να φύγει, και ο νέος χάθηκε στη στιγμή.
Η Θέκλα το αντιλήφθηκε. Το ανήσυχο βλέμμα της δεν έφευγε από πάνω του. Παρατήρησε πως με πολύ αργές κινήσεις μάζευε τα φαγιά του ο καλόγερος και τα κοίταζε και τα μύριζε και τα εξέταζε σα να μην τα είχε δει ποτέ του.
Ο αξιωματικός ωστόσο είχε στραφεί στον Αλέξιο.
- Πώς σε λένε; ρώτησε.
- Γαβριήλ Νικολίτση, αποκρίθηκε ο Αλέξιος. Είμαι πραματευτής και πηγαίνω στο Βουτέλιο…
- Στο Βουτέλιο; διέκοψε τραχιά ο αξιωματικός. Τα χαρτιά σου!
- Μάλιστα, είπε ατάραχα ο Αλέξιος…
Μ’ αντί τα βουλγάρικα γράμματα που περίμενε η θέκλα, ο Αλέξιος έβγαλε το αυτοκρατορικό έγγραφο και το έδειξε του αξιωματικού με τρόπο ώστε να μη δει τίποτα ο ξενοδόχος.
Την ίδια στιγμή ο καλόγερος γύρισε κι έσκυψε κοντά στον αξιωματικό για να πιάσει το μαχαίρι του που του είχε πέσει.

Αυθόρμητα χώθηκε και η Θέκλα ανάμεσα στον αξιωματικό και στον καλόγερ, τάχα να του το μαζέψει.
Ο καλόγερος σήκωσε βιαστικά το κεφάλι. Μ’ αντί το έγγραφο είδε τον Γρηγόρη.
Τα μαύρα μάτια του έβγαλαν σπίθες.
- Θες τίποτα; ρώτησε απότομα.
- Ήθελα να μαζέψω το μαχαίρι που σου έπεσε, αποκρίθηκε η Θέκλα.
- Το μάζεψα, δεν είχα την ανάγκη σου, είπε οργισμένος ο καλόγερος.
Και ξαναγύρισε στο μπογαλάκι του.
Ο αξιωματικός καθώς έριξε μια ματιά στο ΄έγγραφο ξαφνίστηκε, κοίταξε τον Αλέξιο, δίπλωσε βιαστικά το χαρτί και του το επέστρεψε.
Τον χαιρέτησε βαθιά και του είπε χαμηλόφωνα με τρόπο που να τον ακούσει μόνον εκείνος.
- Θα έλθω να σε δω στην κάμαρά σου. Έχω να σου πω ιδιαιτέρως.
Ο Αλέξιος φύλαξε ήσυχα το έγγραφο και βγήκε από το δωμάτιο.
Η Θέκλα τον ακολούθησε πηγαίνοντας μερικά βήματα πίσω, όπως ταίριαζε σε παραγιό.
Περνώντας όμως έριξε μια ματιά του καλόγερου και παρατήρησε πάλι πως με την άκρη του ματιού του ακολουθούσε προσεκτικά την κάθε κίνηση του Αλέξιου.
Μόλις βρέθηκαν μόνοι στο δωμάτιό τους, η Θέκλα ρώτησε τον άντρα της ανήσυχα τι ήταν ο αξιωματικός αυτός.
- Δικός μας βέβαια. Είναι εκατόνταρχος*. Δεν είδες τη στολή του; αποκρίθηκε ο Αλέξιος.
[*Εκατόνταρχος: αξιωματικός που διοικούσε 100 στρατιώτες.]

- Τι ήλθε να κάμει εδώ;

- Ποιος ξέρει; Κάποια αιτία θάχουν για να γυρίζουν και να ψάχνουν έτσι στα διάφορα χωριά εξετάζοντας τους ξενώνες.

- Πώς δεν κατάστρεψες αμέσως τα χαρτιά σου σαν άκουσες πως έφθαναν στρατιώτες; Δεν ανησύχησες;

- Βέβαια ανησύχησα! Και θα τα έριχνα αμέσως στη φωτιά, αν ήταν Βούλγαροι. Γι’ αυτό έτρεξα στο παράθυρο. Μ’ από τις στολές τους είδα πως ήταν δικοί μας.

- Αλέξιε, είπε σιγά η Θέκλα, παρατήρησες τον παπά;

- Ποιον παπά; Εκείνον που έτρωγε πλάγι μας;

- Ναι… δε μ’ αρέσει ούτε ο τρόπος του ούτε το βλέμμα του. Όταν έβγαλες το έγγραφο έριξε χάμω, από το μέρος σου, το μαχαίρι του, για να βρει πρόφαση να σκύψει κοντά σου και να το δει.
- Και το είδε; ρώτησε ξαφνισμένος ο Αλέξιος.

-  Όχι. Έκανα πως θα του το μαζέψω και στάθηκα μπροστά του. Μ’ αν έβλεπες το βλέμμα του σα με κοίταξε! Τι κακία γέμιζε το μάτια του!...
Ο Αλέξιος τη φίλησε.

- Καλά έκανες και ήλθες μαζί μου, της είπε. Σεις οι γυναίκες βλέπετε και νιώθετε ένα σωρό πράματα που μας ξεφεύγουν εμάς. Τίποτα δεν είδα απ’ όσα μου λες.
Σε λίγη ώρα ήλθε ο εκατόνταρχος στο δωμάτιό τους.
Με προσοχή έκλεισε την πόρτα, και χαιρετώντας βαθιά τον Αλέξιο:
- Άρχοντά μου, το είπε, αλήθεια πηγαίνεις στο Βουτέλιο; Έχω χρέος να σου πω πως οι εχθροί είναι παντού, και ο μεγάλος δρόμος βρίσκεται στα χέρια τους. Και δυστυχώς εγώ δεν μπορώ να σε συνοδεύσω ως εκεί γιατί έχω άλλες διαταγές.
- Δεν πηγαίνω στο Βουτέλιο, αποκρίθηκε ο Αλέξιος, ούτε έχω σκοπό ν’ ακολουθήσω το μεγάλο δρόμο. Θα πάρω τα βουνά με το σύντροφό μου, και νομίζω πως ευκολότερα θα περάσουμε απαρατήρητοι δυο, παρά ολόκληρο σώμα.
Ο αξιωματικός κουνούσε το κεφάλι του συλλογισμένος.
- Είναι επικίνδυνο να πάτε μόνοι, είπε. Δεν μπορώ να σας συνοδεύσω πολύ μακριά, μα θα έλθω ως το ρίζωμα του βουνού με τους στρατιώτες μου, κι ύστερα πια πηγαίνεις μόνος με τη βοήθεια της Παναγιάς.
Ο εκατόνταρχος χαιρέτησε να φύγει. Μα ο Αλέξιος τον σταμάτησε.
- Κάτι θέλω ακόμα να σε ρωτήσω, είπε. Με ποιο σκοπό  κάνατε εδώ την έρευνα;
- Γυρεύομε έναν κατάσκοπο Βούλγαρο, αποκρίθηκε ο αξιωματικός. Μα κρύβεται τόσο καλά που δεν μπορούμε να τον ανακαλύψομε. Έχομε αποδείξεις πως κάπου εδώ γυρίζει, και διάφορα σώματά μας τον ζητούν. Μας παίζει όμως όλους. Πάει και τούτη η έρευνα χαμένη. Εξέτασα όλους τους ξένους, γύρεψα σ’ όλο το σπίτι αν είναι κρυμμένος κανείς. Και βεβαιώθηκα πως δεν είναι εδώ.
Ο Αλέξιος δίστασε μια στιγμή. Ύστερα ρώτησε:
- Ποιος είναι εκείνος ο καλόγερος που εξέτασες;

- Είναι ένας πολύ άγιος μοναχός. Έχει γράμμα του ηγούμενου της Άγιας Λαύρας που τον συστήνει θερμότατα σε όλους τους ορθόδοξους χριστιανούς. Παρακαλεί να τον βοηθήσουν και να τον υποστηρίξουν σε ό,τι ζητήσει, όπου και αν πάγει. Τόσο πολύ τον συστήνει το γράμμα, που μου φαίνεται να είναι υπερβολικό λιγάκι από μέρος του ηγούμενου, γιατί επιτέλους αυτός δε ζητά και τίποτα. Ήλθε μόνο να πάρει τον ανεψιό του, λέγει.

- Πώς τον λεν; ρώτησε ο Αλέξιος.

- Παφνούτιο, αποκρίθηκε ο αξιωματικός. Στο γράμμα του ο ηγούμενος τον γράφει πάτερ-Παφνούτιο.

- Και είσαι βέβαιος πως η υπογραφή είναι γνήσια;

- Ναι! Την έχω ξαναδεί σ’ άλλα γράμματα. Το γράμμα τούτο έχει και τη βούλα του μοναστηριού… Μα γιατί ρωτάς; Τι υποψιάζεσαι;

- Τίποτα, είπε ο Αλέξιος. Ήθελα μόνο να ξέρω πως αλήθεια αναγνώρισες τη βούλα και την υπογραφή.
Ο εκατόνταρχος χαιρέτησε και βγήκε, αφού πρώτα ειδοποίησε τον Αλέξιο πως την άλλη μέρα τα χαράματα θα έφευγε με τους στρατιώτες του λίγο νωρίτερα από τον Αλέξιο και θα τον περίμενε στο γύρισμα του δρόμου μες στα δέντρα, για να μη δώσει καμιά υποψία στους άλλους ταξιδιώτες αν τον έβλεπαν μαζί του.

Ιστορία, η επίσημη αγαπημένη (και) του ελληνικού παιδικού βιβλίου





Σε μία χώρα, όπως η Ελλάδα, με πλουσιότατο ιστορικό παρελθόν και παρόν που επηρεάζεται άμεσα από τις παλαιότερες εξελίξεις, πρόσφατες αλλά και εκείνες που χάνονται στην αχλύ των αιώνων, η λογοτεχνία δεν θα μπορούσε να μην βρίσκεται σε άμεση και διαλεκτική σχέση μαζί της-πόσω μάλλον η παιδική λογοτεχνία που στο παρελθόν της αποδιδόταν έντονος ηθικοπλαστικός και εθνοκεντρικός ρόλος. Ήδη από την αρχαιότητα, όταν τα ομηρικά έπη θεωρούνταν ένα είδος ιστορικού ντοκουμέντου, διδάσκονταν στα σχολεία και αποδιδόταν μεγάλη σημασία στο να γνωρίζουν οι μαθητές τόσο το γενικότερο περιεχόμενό τους όσο και να αποστηθίζουν όλους τους στίχους τους. Στη σύγχρονη εποχή όπου το μάθημα της ιστορίας θεωρείται δευτερεύον και στριμώχνεται κάπου ανάμεσα στα λεγόμενα πρωτεύοντα μαθήματα με στεγνές αναφορές σε ένα-συχνά-κακογραμμένο σχολικό εγχειρίδιο δίνοντας τα σκήπτρα για την ουσιαστική της γνώση και κατάκτηση στο εξωσχολικό διάβασμα με προεξάρχοντα το ρόλο της παιδικής λογοτεχνίας.
Στο ιστορικό μυθιστόρημα ο συγγραφέας καλείται να αναδημιουργήσει τις ιστορικές συνθήκες της εποχής στην οποία αναφέρεται με σεβασμό στην ακρίβεια των ιστορικών γεγονότων κάτι που απαιτεί την πολύ καλή γνώση τους.

Η  αρχή του ιστορικού μυθιστορήματος στην Ευρώπη ανιχνεύεται με την έκδοση του «Ιβανόη» του σερ Γουόλτερ Σκοτ το 1819 αφού προηγουμένως η ιστορία είχε θεμελιωθεί ως ξεχωριστή επιστήμη στην Αγγλία του 18ου αιώνα από τους D. Hume, W. Robertson και E. Gibbon. Δεν άργησε να γίνει ένα από τα δημοφιλέστερα λογοτεχνικά είδη και να αποκτήσει φανατικούς αναγνώστες. Στην Ελλάδα οι πρώτες απόπειρες συγγραφείς ιστορικού μυθιστορήματος έλαβαν χώρα το 19ο αιώνα με τον «Λέανδρο» του Π. Σούτσου (1834) και τον «Εξόριστο» του Α. Σούτσου (1835). Το πρώτο, ωστόσο, πραγματικό μυθιστόρημα είναι «Ο αυθέντης του Μορέως» του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή που πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό «Πανδώρα» από το 1850-1851.

Όσον αφορά την παιδική λογοτεχνία, η αρχή γίνεται με το γνωστό μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα, «Για την πατρίδα» το 1909. Με υπόθεση παρμένη από την χρυσή εποχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Βασιλείου Β΄ Βουλγαροκτόνου (976-1025) η Πηνελόπη Δέλτα γράφει το πρώτο καθαρά παιδικό και ιστορικό παιδικό βιβλίο που εξακολουθεί να διαβάζεται ως σήμερα.
Από εκεί πέρα δημιουργείται ένα ισχυρό ιστορικό ρεύμα στο παιδικό βιβλίο που άλλοτε παράγει εξαίσια μυθοπλαστικά αποτελέσματα και άλλοτε λιγότερο καλά.
Η Πηνελόπη Δέλτα συνεχίζει ακούραστα την παραγωγή αξιόλογων ιστορικών παιδικών βιβλίων όπως «Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου» και «Στα μυστικά του βάλτου». Τα βιβλία της αν και συχνά έχουν επικριθεί για το φόρτο των ιστορικών πληροφοριών, την μεροληπτική στάση της ως συγγραφέα και την επιλεκτική παρουσίαση των γεγονότων εξακολουθούν να διατηρούν το δυναμισμό και τη ζωντάνια τους και να διαβάζονται και από τους σημερινούς μικρούς αναγνώστες. Άλλωστε κατά δήλωση της ίδιας της συγγραφέως: «Ακολουθώ πιστά, ως την υπερβολή ίσως, τα ιστορικά γεγονότα [...] γιατί θέλω να δώσω στα παιδιά μας να διαβάσουν κάτι “ελληνικό,” όπου διασκεδάζοντας να μάθουν και λίγη ιστορία».

Οι επόμενες γενιές συγγραφέων που έγραψαν ιστορικό παιδικό μυθιστόρημα όπως οι
Άλκης Τροπαιάτης, Τάκης Λάππας, Γεωργία Ταρσούλη, Νίτσα Τζώρτζογλου, Γεωργία Δεληγιάννη-Αναστασιάδη, Πηνελόπη Μαξίμου, Μαρία Λαμπαρίδου-Πόθου, Σοφία Μαυροειδή-Παπαδάκη, Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη, Καλλιόπη Σφαέλλου, Πιπίνα Τσιμικάλη, Χάρης Σακελλαρίου, Τάκης Χατζηαναγνώστου κ. ά. ακολουθούν σε γενικές γραμμές το παράδειγμα της Π. Δέλτα με την εθνοκεντρική σκοπιά, τα ηθικοπλαστικά διδάγματα και τον ιδεαλισμό να κυριαρχούν, αν και υπάρχουν επί μέρους διαφοροποιήσεις. Οι ιστορικές περίοδοι από τις οποίες εμπνέονται οι συγγραφείς είναι η αρχαία Ελλάδα, το Βυζάντιο και η Επανάσταση του 1821 και η χρονική απόσταση από το παρόν είναι τουλάχιστον 30 χρόνια. Οι πρωταγωνιστές είναι, συνήθως, γνωστά ιστορικά πρόσωπα.
Η μεγάλη αλλαγή στον τρόπο που οι συγγραφείς της παιδικής λογοτεχνίας βλέπουν και αφηγούνται τα ιστορικά γεγονότα συμβαίνει από τη δεκαετία του 1960 και μετά. Τα βιβλία δεν είναι πιο τόσο μεροληπτικά εναντίον του εχθρού, η έννοια της φιλοπατρίας δεν είναι τόσο απόλυτα και επιχειρείται η καλλιέργεια της πολιτικής σκέψης στα παιδιά, άρα και μία πιο κριτική αντιμετώπιση της ιστορίας. Πρωταγωνιστές δεν είναι τώρα μόνο οι μεγάλες ιστορικές μορφές αλλά και οι καθημερινοί άνθρωποι με τη δική τους προσωπική ιστορία, οι μαρτυρίες των ίδιων των συγγραφέων που τα έζησαν από κοντά σε μορφή μαρτυρίας, αυτοβιογραφίας, ημερολογίου ή και μυθιστορήματος. Επίσης διευρύνεται ο θεματικός ορίζοντας περιλαμβάνοντας πιο πρόσφατες ιστορικές εξελίξεις που τις έχουν ζήσει οι δημιουργοί ως παιδιά ή ενήλικες (Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος, Κατοχή, Δικτατορία Συνταγματαρχών, Πολυτεχνείο, Κυπριακό ζήτημα κτλ).

Σημαντικό ρόλο στην ανανέωση του παιδικού ιστορικού μυθιστορήματος έπαιξαν η Άλκη Ζέη και η Ζωρζ Σαρή με τα πρωτοποριακά στοιχεία που εισήγαγαν στα έργα τους. Η Άλκη Ζέη με το «Καπλάνι της βιτρίνας» το 1966 αλλάζει τον τρόπο που βλέπει ο μικρός αναγνώστης τη λογοτεχνία ως τότε. Εισάγει το πολιτικό στοιχείο, αντιμετωπίζει την ιστορία με πιο κριτικό τρόπο και ο τρόπος αφήγησης της βρίσκεται πιο κοντά στην ψυχολογία του παιδιού. Η Ζωρζ Σαρή με το «Όταν ο ήλιος…» βασίζεται στα νεανικά της βιώματα από  την περίοδο της γερμανικής κατοχής για να διηγηθεί την ιστορία της ηρωίδας της που ζει την ίδια χρονική περίοδο. Η γλώσσα και το ύφος του βιβλίου είναι προσιτά και άμεσα στον αναγνώστη ενώ τα ιστορικά γεγονότα παρουσιάζονται off the record. Το ίδιο συμβαίνει και με το βιβλίο της Άλκης Ζέη, «Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου». Μπορούμε να πούμε πως τα βιβλία της περιόδου αυτής που αναφέρονται στο Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο συνέβαλαν στην αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης τη δεκαετία του 1980.

Η Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη αφήνει επίσης το συγγραφικό της αποτύπωμα με τον «Μικρό μπουρλοτιέρη» και τις «Ρίζες της λευτεριάς» όπου το ποιοτικό περιεχόμενο μαρτυρά βαθιά έρευνα.  Συστηματική έρευνα των αρχείων και των πηγών μαρτυρούν και πολλά μυθιστορήματα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου που αναφέρονται τόσο σε παλιότερες εποχές («Ο μικρός αδελφός», «Τραγούδι για τρεις») όσο και σε πιο σύγχρονα γεγονότα («Για την άλλη πατρίδα») με σεβασμό στον αναγνώστη και τα ιστορικά γεγονότα.

Τα τελευταία χρόνια τα ιστορικά παιδικά βιβλία δεν αναφέρονται μόνο σε ελληνικά αλλά και σε γεγονότα της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας ιστορίας. Εκείνα που αναφέρονται στην ελληνική ιστορία έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη αντικειμενικότητα, δεν γίνεται επιλεκτική παρουσίαση των γεγονότων και αρκετά συχνά υπάρχει κριτική διάθεση απέναντι στις επιλογές του παρελθόντος.  Τα θέματα μπορεί να αναφέρονται ακόμη και σε γεγονότα των τελευταίων μηνών ενώ μπορεί να παρουσιάζεται και η άλλη πλευρά της ιστορίας κάτι που παλιότερα ήταν απαγορευτικό. Ενδεικτικά αναφέρουμε μερικά έργα των νεότερων χρόνων: Ε. Δικαίου «Οι θεοί δεν πεθαίνουνε στην Πέλλα», Λ. Ψαραύτη «Το διπλό ταξίδι», Α. Δειμέζη-Καλιότσου «Τα γκρίζα χρόνια», Μ. Κλιάφα «Η μπαλάντα της Ρεβέκκας», Η. Παπαμόσχου «Το πέτρινο σπίτι», Μ. Μανωλάκου «Το Ημερολόγιο της Μαργαρίτας, 1942, Πάτρα», Μ. Φαφαλιού «Σελίδες της Δάφνης» και πολλά άλλα.


Συνοπτικά, θα μπορούσαμε να πούμε πως η ελληνική ιστορία αλλά και η ξένη αποτελούν μία αστείρευτη πηγή έμπνευσης για τους συγγραφείς της παιδικής λογοτεχνίας. Τους δίνουν τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουν τα ιστορικά γεγονότα από πολλές πλευρές και να επιχειρήσουν παραλληλισμούς με το παρόν αλλά και να καταδείξουν την ιστορική συνέχεια της χώρας και της ανθρωπότητας. Έχει αρχίσει να κυριαρχεί το υποκειμενικό στοιχείο και πολύ συχνά δίνουν έναυσμα στα παιδιά να ξεκινήσουν την δική τους προσωπική σχέση με την ιστορία και να ερευνούν περαιτέρω τα γεγονότα της. Πρωταγωνιστεί περισσότερο ο καθημερινός άνθρωπος και αναλύονται οι συνέπειες των ιστορικών γεγονότων πρώτα στη ζωή των απλών ανθρώπων και κατόπιν σε συλλογικό επίπεδο.  Αν υπάρξει λίγο μεγαλύτερη εμμονή στην ποιότητα το μέλλον του ιστορικού παιδικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα διαγράφεται τουλάχιστον ελπιδοφόρο.

(Αύριο θα συνεχίσουμε με τα αγαπημένα ιστορικά μυθιστορήματα της παιδικής μας ηλικίας!)


Πηγές:
Ιστορικό μυθιστόρημα-Λήμμα Βικιπαίδεια
Γουόλτερ Σκοτ-Λήμμα Βικιπαίδεια

Τάσεις και εξελίξεις στην παιδική λογοτεχνία
Βασίλης Δ. Αναγνωστόπουλος
Οι εκδόσεις των φίλων
Αθήνα 1999

Ιστορία της παιδικής λογοτεχνίας
Χάρης Σακελλαρίου
Εκδόσεις Νόηση
Αθήνα2009

Βιωμένη πραγματικότητα, μαρτυρία και Ιστορία στο νεότερο παιδικό
και εφηβικό λογοτεχνικό βιβλίο
Άρθρο της Άντας Κατσίκη-Γκίβαλου
Ομότιμη Καθηγήτρια
Π.Τ.Δ.Ε., Ε.Κ.Π.Α.
Στο περιοδικό Κείμενα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Για την πατρίδα
Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου
Στα μυστικά του βάλτου
Πηνελόπη Δέλτα
Εκδόσεις Εστία

Το καπλάνι της βιτρίνας
Άλκη  Ζέη
Εκδόσεις Κέδρος

Όταν ο ήλιος…
Ζωρζ Σαρή
Εκδόσεις Πατάκη

Οι ρίζες της λευτεριάς
Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη
Εκδόσεις Πατάκη

Ο μικρός μπουρλοτιέρης
Γαλάτεια Γρηγοριάδου-Σουρέλη
Εκδόσεις Πατάκη

Ο μικρός αδελφός
Τραγούδι για τρεις
Η προφητεία του κόκκινου κρασιού
Για την άλλη πατρίδα
Λότη Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου
Εκδόσεις Πατάκη

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

Ανταγωνισμός και φιλία-Ένα σχολείο στην εξοχή

 Ανταγωνισμός και φιλία



"Ακριβώς πριν τα Χριστούγεννα η δεσποινίς Στέισι οργάνωσε ένα ειδικό τμήμα για τους προχωρημένους μαθητές. Κάθε μέρα η ομάδα αυτή έμενε στο σχολείο μετά τα κανονικά μαθήματα, για να μελετήσει για τις εισαγωγικές εξετάσεις στο Κουίν, στο διδασκαλείο του Σαρλοτάουν. Η Άννα ενθουσιάστηκε, όταν την συμπεριέλαβαν στην ομάδα.
Η Άννα και ο Μάθιου ήθελαν να προσφέρουν στην Άννα την καλύτερη δυνατή εκπαίδευση που μπορούσαν. Η Μάριλα πίστευε ακράδαντα πως ένα κορίτσι έπρεπε να είναι ικανό να κερδίζει τη ζωή μόνο του. Δυστυχώς ο κύριος και η κυρία Μπάρι δεν πίστευαν το ίδιο κι έτσι δεν επέτρεψαν στην Νταιάνα να παρακολουθήσει το τμήμα.
Την πρώτη μέρα που η τάξη για το Κουίν έμεινε στο σχολείο για επιπλέον μαθήματα η Νταιάνα γύρισε στο σπίτι μόνη. Η Άννα παρακολούθησε την καλύτερή της φίλη να χάνεται στο μονοπάτι κι ένας κόμπος στάθηκε στο λαιμό της. Έκρυψε το πρόσωπό της μέσα στο βιβλίο της, γιατί δεν ήθελε να δουν τα δακρυσμένα μάτια της ούτε ο Γκίλμπερτ Μπλάιθ ούτε η Τζόζι Πάι.
Οι μαθητές αφοσιώθηκαν στις σπουδές τους. Αυτό έδινε κάποιο σκοπό στη ζωή τους, αν και ο καθένας είχε διαφορετικά σχέδια.
-Η Ρούμπι Γκίλις θέλει απλώς να διδάξει λίγα χρόνια, μέχρι να παντρευτεί, είπε η Άννα στη Μάριλα.
Η Τζέιν Άντριους πάλι λέει πως θα γίνει δασκάλα για πάντα και δεν θα παντρευτεί. Λέει πως θα πληρώνεται, για να διδάσκει, ενώ ένας σύζυγος δεν σε πληρώνει για τίποτα από όσα κάνεις.
Η Άννα δεν ήξερε τι σχέδια είχε ο Γκίλμπερτ Μπλάιθ. Από τότε που αρνήθηκε τη φιλία της στη λίμνη, ο Γκίλμπερτ την αγνοούσε εντελώς.Μιλούσε και αστειευόταν με τα άλλα κορίτσια. Αντάλλασσε βιβλία μαζί τους και γύριζαν παρέα από το σχολείο, αλλά την Άννα την αγνοούσε εντελώς.
Η Άννα έλεγε στον εαυτό της πως δεν την ένοιαζε, αλλά την ένοιαζε. Κατά βάθος 'ηξερε πως δεν ήταν θυμωμένη πια με τον Γκίλμπερτ, αλλά τώρα ήταν πολύ αργά. Αντίθετα, ήταν σφοδροί αντίπαλοι μέσα στην τάξη, αποφασισμένοι να κατακτήσουν και οι δύο την πρώτη θέση."


Απόσπασμα από το βιβλίο "Η Άννα των αγρών".


Ένα σχολείο στην εξοχή


"Τότε ο Βιτάλι, βγάζοντας το μαχαίρι από την τσέπη του, απόκοψε απ' τη σανίδα ένα λεπτό φύλλο ξύλου, το λείανε κι απ' τις δυο πλευρές κι έπειτα το 'κοψε τετραγωνάκια, δώδεκα μακριά, σχεδόν ομοιόμορφα, τετράγωνα.
Δεν τον άφηνα από τα μάτια μου, αλλά για να πω την αλήθεια, όσο κι αν πάσχιζα, δεν καταλάβαινα. Πώς μ' αυτά τα κομματάκια ξύλο μπορούσε να φτιάξει βιβλίο; Ήξερα πως ένα βιβλίο έπρεπε να έχει κάμποσα φ'υλλα χαρτί και πάνω τους χαραγμένα μικρά μαύρα σημάδια. Πού ήταν τα φύλλα του χαρτιού; Πού ήταν τα μαύρα σημάδια;
-Πάνω σε κάθε τετραγωνάκι, κι από τις δύο πλευρές του, μου είπε, θα χαράξω αύριο με τη μύτη του μαχαιριού μου, ένα γράμμα του αλφάβητου. Έτσι θα μάθεις το σχήμα των γραμμάτων, κι όταν θα τα μάθεις καλά, χωρίς να μπερδεύεσαι, θα τα βάζεις το 'να κοντά στο άλλο, για να σχηματίζεις λέξεις. Όταν θα μάθεις να σχηματίζεις τις λέξεις που θα σου λέω, τότε θα 'σαι σε θέση να διαβ΄ζεις μέσα σ' ένα βιβλίο.
Πολύ γρήγορα γέμισαν οι τσέπες μου κομματάκια ξύλο και σε λίγο έμαθα ν' αναγνωρίζω τα γράμματα του αλφαβήτου. Για να μάθω όμως να διαβάζω δυσκολεύτηκα πολύ, κι ήταν στιγμές που το μετάνιωνα, δεν ήταν από τεμπελιά, αλλά γιατί ένιωθα να θίγεται ο εγωισμός μου.
Μαθαίνοντάς μου γράμματα, ο Βιτάλι σκεφτηκε πως θα μπορούσε, να μάθει μαζί μου κι ο Καπί. Μια κι ο σκύλος είχε καταφέρει να βάλει τους αριθμούς της ώρας μέσα στο κεφάλι του, γιατί να μη βάλει και τα γράμματα;"

Απόσπασμα από το βιβλίο "Χωρίς οικογένεια".

Η αποτύπωση του σχολείου στην ξένη κλασική παιδική λογοτεχνία-τυπικά παραδείγματα



Η σχολική ζωή και η διαδικασία της εκπαίδευσης αποτελεί σταθερά ένα από τα πιο δημοφιλή και πολλαπλώς διαπραγματευόμενα θέματα της παιδικής λογοτεχνίας ακριβώς γιατί το σχολείο αποτελεί κομβικό σημείο της παιδικής ηλικίας. Ο καθένας από μας είτε ως παιδί είτε ως ενήλικας έχει διαβάσει κάποιο βιβλίο της ξένης κλασικής παιδικής λογοτεχνίας που να μας θυμίζει περιστατικά και σκηνές της σχολικής μας ζωής από την αίθουσα διδασκαλίας ή τα παιχνίδια στο προαύλιο.
Τα πρώτα σύγχρονα έργα παιδικής λογοτεχνίας εντοπίζονται με αναφορά σε θέματα από τη σχολική ζωή εντοπίζονται στην Δυτική Ευρώπη και τις Η.Π.Α. καθώς εκεί έλαβε για πρώτη φορά με νομοθετικό διάταγμα η καθιέρωση της καθολικής υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Στην Αγγλία η καθολική εκπαίδευση αρχίζει να γίνεται υποχρεωτική με την αρχή να δίνεται με διάταγμα του 1870, στη Γαλλία η εκπαίδευση είναι δωρεάν στις περιοχές γύρω από το Παρίσι ήδη από το 1833 ενώ στη Γερμανία ήδη από την εποχή του Λουθήρου η εκπαίδευση γίνεται υποχρεωτική για να μπορούν όλοι να διαβάζουν την Βίβλο. Στις Η.Π.Α. η εκπαίδευση γίνεται υποχρεωτική για όλους μεταξύ των ετών 1852-1917 σε όλες τις πολιτείες. Στην Ελλάδα η φοίτηση στα σχολεία καθίσταται υποχρεωτική το 1926.

Δύσκολα μπορεί να επιλέξει κανείς από την πληθώρα των θεματικών που προσφέρουν τα πολλά και αξιόλογα βιβλία που κυκλοφόρησαν σε Ευρώπη και Αμερική με τη ζωή των παιδιών στο σχολείο, εντός και εκτός τάξης. Ωστόσο θα προσπαθήσουμε να δώσουμε μία απτή εικόνα για το πώς το σχολείο παρουσιάζεται στην παιδική λογοτεχνία των χωρών αυτών με τα βιβλία που υπάρχουν στη βιβλιοθήκη μας.
Αν η φοίτηση των κοριτσιών στα σχολεία ήταν για την Ελλάδα μια μακροχρόνια πρόκληση, στις Η.Π.Α. και τον Καναδά αποτέλεσε νωρίς μια πραγματικότητα. Στις «Μικρές κυρίες» της Λουίζα-Μέι Άλκοτ ο πάστορας Μαρτς φροντίζει για την εκπαίδευση των τεσσάρων κοριτσιών του. Όμως όταν χρεοκοπεί και συνακόλουθα υπηρετεί στον στρατό κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου, οι τρεις μεγαλύτερες κόρες διακόπτουν τη φοίτησή τους για να βοηθήσουν την οικογένεια που έχει οικονομικά προβλήματα. Συνεχίζει να πηγαίνει μόνο η Έιμυ, η οποία το εγκαταλείπει και καταφεύγει στην κατ’ οίκον διδασκαλία όταν η ματαιοδοξία της γίνεται κόκκινο πανί για τις συμμαθήτριές της. Στην «Άννα των αγρών» της Λ. Μ. Μοντγκόμερι, ένα ορφανό κορίτσι, η 11χρονη Άννα Σίρλευ, υιοθετείται αρχικά κατά λάθος από δύο ηλικιωμένα αδέλφια που ήθελαν ένα αγόρι να τους βοηθάει στη φάρμα. Στην πορεία η Άννα τους κερδίζει με τον ζωντανό της χαρακτήρα και τις πολύ καλές σχολικές της επιδόσεις. Οι θετοί της γονείς την στέλνουν να κάνει φροντιστηριακά μαθήματα με τη δασκάλα της όταν η επιστήθια φίλη της Νταιάνα σταματάει το σχολείο, μαζί με τον ανταγωνιστή της, Γκίλμπερτ. Τελικά πρωτεύει στις εξετάσεις για το πανεπιστήμιο.

Μία επαναστατική όψη της παιδικής ηλικίας με την μόνιμη διατήρησή της και την απόρριψη της παρουσίας ενηλίκων στη ζωή των παιδιών και όσων αυτοί επιβάλλουν, είναι ο «Πίτερ Παν» του Τζ. Μ. Μπάρι. Ο ήρωας, Πίτερ Παν, ζει ξέγνοιαστος με τους φίλους του στην Χώρα του Ποτέ όπου περιστασιακά προσκαλεί την Γουέντι και τα αδέρφια της. Όταν αυτοί του ζητούν να γυρίσουν πίσω στην κανονική τους ζωή, συνεπώς και στο σχολείο, ο Πίτερ Παν απλά δεν τους καταλαβαίνει. Στα αριστουργήματα του Τ. Ντίκενς  με ήρωες μικρά παιδιά που στερούνται τα βασικά μέσα επιβίωσης ώσπου να τους χαμογελάσει η τύχη, στερούνται και το δικαίωμα στην εκπαίδευση. Αυτό ήταν και ένα από τα κοινωνικά μηνύματα που προσπαθούσε να μεταδώσει ο συγγραφέας με την ευαισθητοποιημένη γραφή του σε μία χώρα που είχε δημιουργήσει μία σύγχρονη παγκόσμια αυτοκρατορία.

Στο μυθιστόρημα «Χωρίς οικογένεια» του Εκτόρ Μαλό, ο μικρός Ρεμί ζει μια δύσκολη και δυστυχισμένη ζωή, μιας και ο θετός του πατέρας τον πουλάει για χρέη στον περιοδεύοντα θίασο του Βιτάλι. Εκεί μπορεί να στερείται την καθημερινότητα του σχολείου αλλά ο Βιτάλι του μαθαίνει ανάγνωση, γραφή, αριθμητική, ξένες γλώσσες και μουσική σαν να ήταν γιος του. Παράλληλα μαθαίνει πώς να τα βγάζει πέρα μόνος του. Στην «Τάξη που πετάει» του Έριχ Καίστνερ, πρωταγωνιστούν ο πρώτος μαθητής της τάξης, Μάρτιν και ο ορφανός Γιόναθαν. Υπάρχει σφοδρή αντιπαλότητα μεταξύ του σχολείου τους και ενός ακόμη. οι μαθητές του άλλου σχολείου κλέβουν τα τετράδια τους που τα πήγαινε στο σπίτι ο γιος του δασκάλου αιχμαλωτίζοντας και τον ίδιο. Ο Μάρτιν και οι συμμαθητές του προκειμένου να τα πάρουν πίσω και να απελευθερώσουν το γιο του δασκάλου εμπλέκονται σε έναν ανελέητο χιονοπόλεμο με τους μαθητές του αντίπαλου σχολείου.

Η πολυδιαβασμένη «Χάιντι» της Γιοχάνα Σπίρι μας μεταφέρει επίσης κάποιες εικόνες από τη σχολική ζωή. Μετά το θάνατο της μητέρας της, η μικρή Χάιντι πηγαίνει να ζήσει με τον αυστηρό και λιγομίλητο παππού της που είχε διακόψει τις σχέσεις με την κόρη του γιατί διαφωνούσε με το γάμο της κόρης του. Παρά τις αρχικές δυσκολίες καταφέρνει να ζήσει αρμονικά μαζί του και πηγαίνει στο σχολείο μαζί με το φίλο της, Πέτερ. Ενώ όμως ο Πέτερ αντιπαθεί το σχολείο και προτιμά να βόσκει τις κατσίκες του στα βουνά, η Χάιντι το λατρεύει ανατρέποντας τα κοινωνικά στερεότυπα με τους γονείς να προωθούν τα αγόρια στις σπουδές.  Στο «Θαυμαστό ταξίδι του Νιλς Χόλγκερσον» η Σέλμα Λάγκερλεφ κατορθώνει να συνδυάσει τη φυσιολατρία με τη γνώση. Ο 14χρονος Νιλς είναι πολύ άτακτος και βασανίζει τα ζώα. Όταν ένα ξωτικό τον συρρικνώνει σε μέγεθος μικρότερο από ένα μικρό ζώο ακολουθώντας τη χήνα του, τον Μάρτιν ταξιδεύει ανά την Σουηδία μαθαίνοντας τη φύση, την ιστορία και τις παραδόσεις της χώρας του σε ένα σχολείο πάνω από τα σύννεφα!

Η παρουσίαση του σχολείου και της σχολικής ζωής στην ξένη κλασική παιδική λογοτεχνία διαφέρει από χώρα σε χώρα ανάλογα με τις κοινωνικές συνθήκες και την ιδιοσυγκρασία του συγγραφέα. Σε κάποια μυθιστορήματα το σχολείο αντιμετωπίζεται ως χώρος χαράς και μάθησης αλλού ως ένα ανιαρό μέρος ή τόπος μαρτυρίου.  Για τα παιδιά που κανονικά θα στερούνταν το πολύτιμο εφόδιο της μάθησης και η τύχη τους χαμογελά το αντιμετωπίζουν ως ένα μέσο να βελτιώσουν τη ζωή τους και να δημιουργήσουν νέες φιλίες. Όσα παιδιά αισθάνονται πιεσμένα από τις απαιτήσεις του και τις συνθήκες παραμονής τους προσπαθούν να το αποφύγουν με κάθε τρόπο. Μερικές φορές, πάλι, οι μυθιστορηματικές συνθήκες καταφέρνουν να συνδυάσουν την απόδραση από το σχολείο με ταξίδια στη φαντασία ή να συμπληρώνονται τα ταξίδια αυτά με παροχή γνώσεων. Άλλοτε οι αναγκαστικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζει κανείς του προσφέρουν κάποτε διεξόδους που ποτέ δεν θα φανταζόταν. Η κοινωνία του σχολείου έχει χαρές και συλλογικές απολαύσεις αλλά και δυσκολίες που διχάζουν και φέρνουν μπελάδες. Μπορούν να λειτουργήσουν ως προθάλαμος για την ενήλικη ζωή αλλά και ως πρόσκομμα για την ομαλή είσοδο σε αυτήν. Εν τέλει, θα λέγαμε πως η αποτύπωση του σχολείου στην παιδική λογοτεχνία συμβαδίζει με τις ανησυχίες και τα συναισθήματα των παιδιών που ανανεώνονται αλλά παραμένουν και σταθερά από εποχή σε εποχή. Το σχολείο αλλάζει, προοδεύει, δυσκολεύει και τελματώνει αποτελώντας πάντα ένα διακομεταμιστικό σταθμό από την άγνοια στη γνώση και από την παιδικότητα στην ενηλικίωση.

Πηγές:
Λήμματα Βικιπαίδεια
Education in the U.S.A.
Education in England
Education in France
Education in Germany

Οι μικρές κυρίες
Λουίζα Μέι Άλκοτ
Μετάφραση: Νανά Ησαία
Εκδόσεις Πατάκη
Αθήνα 2006

Η Άννα των αγρών
Λ. Μ. Μοντγκόμερι
Απόδοση: Μαρία Πάππα
Αθήνα 2001

Πίτερ Παν και Γουέντι
Τζ. Μ. Μπάρι
Μετάφραση: Ρεγγίνα Χατχούτ
Εκδόσεις Πατάκη
Αθήνα 2009

Άπαντα Τσαρλς Ντίκενς

Χωρίς οικογένεια
Εκτόρ Μαλό
Μετάφραση: Ζωρζ Σαρή
Εκδόσεις Πατάκη
Αθήνα 1988

Η τάξη που πετάει
Έριχ Καίστνερ
Μετάφραση: Κίρα Σίνου
Εκδόσεις Ψυχογιός

Χάιντι
Γιοχάνα Σπίρι
Μετάφραση: Μαρία Σπηλιωπούλου
Αθήνα 2006

Το θαυμαστό ταξίδι του Νιλς Χόλγκερσον
Σέλμα Λάγκερλεφ
Μετάφραση: Τασσώ Καββαδία
Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος
Αθήνα 1990

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

Σαλπάρουμε για ταξίδια με πυξίδα τον Ιούλιο Βερν!



Κάθε μικρός αναγνώστης που σέβεται τον εαυτό του έχει πάντα ταξιδέψει σε ένα μακρινό, εξωτικό τόπο μέσα από ένα αγαπημένο του βιβλίο. Και αν αυτό έχει συμβεί μέσα από ένα βιβλίο του Ιούλιου Βερν, ε τότε έχει πληρώσει στο ακέραιο το κλασικό πρότυπο. Ο μεγάλος ταξιδευτής Ιούλιος Βερν, λάτρης και ο ίδιος των μεγάλων ταξιδιών και των άγνωστων τόπων, χρησιμοποίησε συχνά την μαγική του πένα για να μας ταξιδέψει ως εκεί χωρίς να φείδεται καθόλου τον κόπο.


Όπως θα περίμενε κανείς διαβάζοντας τα βιβλία του συγγραφέα, θα πίστευε πως ο ίδιος έχει ταξιδέψει ως τις μακρινές και παράξενες αυτές χώρες, έχει γνωρίσει από κοντά τους ανθρώπους και τα παράξενα τοπία και έχει γίνει μάρτυρας ασυνήθιστων εθίμων και πρωτόγνωρων εμπειριών. Ωστόσο η αλήθεια απέχει αρκετά από την εντύπωση αυτή. Ο συγγραφέας διέθετε ένα σκάφος με το οποίο ταξίδευε κατά μήκος των ακτών της Ευρώπης αλλά πουθενά μακρύτερα. Οι θεαματικές περιγραφές των βιβλίων του είναι αποτέλεσμα ατέλειωτων ωρών ακαταπόνητης μελέτης του Βερν σε βιβλιοθήκες όπου μελετούσε από γεωγραφία, ιστορία και λαογραφία έως φυσικές επιστήμες ενσωματώνοντας τα στοιχεία αυτά οργανικά στο έργο του.
Είναι αναρίθμητα τα βιβλία του Ιούλιου Βερν που αναφέρονται σε ταξίδια των ηρώων του ανά τον κόσμο και εντυπωσιάζουν τον αναγνώστη με τις ιστορικές, γεωγραφικές και λαογραφικές πληροφορίες τους.  Το κλασικότερο και δημοφιλέστερο όλων παραμένει φυσικά «Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες». Ο εκκεντρικός ήρωας πολυεκατομμυριούχος Φιλέας Φογκ με τον υπηρέτη του, Πασπαρτού, ταξιδεύει ανά τον κόσμο και ως άλλος Οδυσσέας «πολλν δ᾿ νθρώπων δεν στεα κα νόον γνω» για χάρη ενός στοιχήματος.  Πέρα από τη συνολική γοητευτική ατμόσφαιρα του βιβλίου, αξέχαστα παραμένουν οι περιγραφές των τοπίων της Ινδίας, η διάσωση της Πριγκίπισσας από την τέλεση του βάρβαρου εθίμου και οι μάχες με τους Ινδιάνους της Αμερικής. Ας πάρουμε μία γεύση: «Είναι σ’ όλους γνωστό ότι το μεγάλο τρίγωνο της γης με τη βάση του στο βορρά και την κορυφή του στο νότο που λέγεται Ινδία, έχει έκταση 1.400.000 τετραγωνικά μίλια στα οποία είναι άνισα κατασπαρμένος ένας πληθυσμός από 180 εκατομμύρια ψυχές. Το βρετανικό στέμμα εξουσιάζει δεσποτικά το μεγαλύτερο μέρος της απέραντης αυτής χώρας με τον γενικό κυβερνήτη εγκατεστημένο στην Καλκούτα, κυβερνήτες στο Μαδράς, τη Βομβάη και τη Βεγγάλη κι έναν υποκυβερνήτη στην Άκρα».


Μία περιπετειώδη περιήγηση στην αχανή ρωσική ενδοχώρα περιλαμβάνει και ο εξίσου δημοφιλής «Μιχαήλ Στρογκόφ».  Ο καταγόμενος από τη Σιβηρία και πιστός αξιωματικός του Τσάρου, Μιχαήλ Στρογκόφ, για να φέρει σε πέρας μία δύσκολη αποστολή: να ειδοποιήσει τον αδερφό του Τσάρου που βρίσκεται στην Σιβηρία για την προδοτική δράση του πρώην αξιωματικού του τσαρικού στρατού, Ιβάν Ογκάρεφ. Ο Μιχαήλ διασχίζει σχεδόν ολόκληρη τη Σιβηρία για να φτάσει στο Ιρκούτσκ που βρίσκεται ο αδερφός του Τσάρου και ο Βερν δεν χάνει την ευκαιρία να μας πληροφορήσει για κάθε λεπτομέρεια που θεωρεί αξιόλογη είτε αυτή αφορά φυτό, ζώο, ποταμό, λαό ή πόλη. Να μερικές γρήγορες πληροφορίες για τα Ουράλια: «Τα Ουράλια εκτείνονται σ’ απόσταση 3.200 χιλιομέτρων μεταξύ Ευρώπης και Ασίας. Η λέξη Ουράλια είναι ταρτάρικη και σημαίνει «Ζώνη». Αρχίζουν από τη Βόρεια Παγωμένη Θάλασσα και καταλήγουν στις όχθες της Καπίας».


Στις «Περιπέτειες τριών Ρώσων και τριών Άγγλων» έχουμε την ευκαιρία να περιηγηθούμε, με την βοήθεια του συγγραφέα, στο εσωτερικό της αφρικανικής ηπείρου. Τρεις Ρώσοι και τρεις  Άγγλοι επιστήμονες αναχωρούν για την Νότια Αφρική με σκοπό να μετρήσουν τον 24ο μεσημβρινό της Γης. Οι αποστολές είναι εξ ορισμού ανταγωνιστικές και αντιμετωπίζουν η μία την άλλη με καχυποψία και εχθρότητα αφού η καθεμία εργάζεται για τη δόξα του μονάρχη της. Όταν ξεσπά ο Κριμαϊκός Πόλεμος η ένταση μεταξύ τους αυξάνεται αλλά με τη λήξη του κυριαρχεί πνεύμα συνεργασίας για χάρη της επιστήμης. Και εδώ ξεχωρίζουν οι περιγραφές του φυτικού και ζωικού βασιλείου, οι γνώσεις του Βερν για τη μεθοδολογία των γεωγράφων και η ζωντανή απεικόνιση των αυτοχθόνων φυλών. Ιδού, όμως, πως δούλευαν οι γεωγράφοι: «…από τις 14 του Απρίλη, με πρώτους και καλύτερους τον Ζορν και τον Έμερυ, δούλευαν μέρα και νύχτα και, τελικά, κατάφεραν να υπολογίσουν με εξαιρετική ακρίβεια το πλάτος του νότιου σημείου του τόξου. Ήταν είκοσι εφτά μοίρες. Μετρώντας, στη συνέχεια, και το γεωγραφικό μήκος του σημείου, σημείωσαν τη θέση τούτου του νότιου σημείου πάνω σ’ έναν περίφημο χάρτη της νότιας Αφρικής μεγάλης κλίμακας. Τούτος ο χάρτης σημείωνε με κάθε λεπτομέρεια όλες τις γεωφυσικές ανακαλύψεις σπουδαίων ερευνητών της νότιας Αφρικής, όπως του Λίβινγκστον, του Άντερσον, του Μπούρχελ και άλλων. Στον ίδιο αυτό χάρτη θα διαλέγανε και τον μεσημβρινό, του οποίου θα μετρούσαν ένα τόξο. Φυσικά, όσο μεγαλύτερο τόξο μετρούσαν, τόσα περισσότερα λάθη κινδύνευαν να κάνουν».

Στον «Δεκαπεντάχρονο (ή Δεκαπενταετή) Πλοίαρχο» μας περιμένουν  νέες  εξίσου συναρπαστικές περιπέτειες. Μετά από μία φτωχή κυνηγετική περίοδο το φαλαινοθηρικό Pilgrim παίρνει το δρόμο της επιστροφής. Μαζί με το πλήρωμα επιβιβάζονται η οικογένεια του ιδιοκτήτη και ο ξάδελφος της γυναίκας του.  Στην πορεία συναντούν και σώζουν πέντε ναυαγούς και ένα σκύλο. Προς το τέλος του ταξιδιού εντοπίζουν μία φάλαινα και ο καπετάνιος αποφασίζει να την κυνηγήσουν λόγω των πενιχρών φετινών εσόδων. Έτσι αφήνει διστακτικά την ευθύνη του πλοίου στον 15χρονο Ντικ Σαντ που είναι το νεότερο μέλος του πληρώματος. Το κυνήγι έχει τραγική κατάληξη κι εδώ ακριβώς ξεκινά η περιπέτεια καθώς ο 15χρονος βρίσκεται ξαφνικά να είναι ο πραγματικός καπετάνιος του πλοίου και υπεύθυνος για την τύχη όλων! Οι ήρωες θα περιηγηθούν ως αιχμάλωτοι σκλάβοι προς πώληση στην ενδοχώρα της Αφρικής και συγκεκριμένα της Αγκόλα. Οι αναγνώστες μαθαίνουν τα πάντα για το φυτικό και ζωικό κόσμο της Αγκόλα.. Πώς να διεξαγόταν άραγε το δουλεμπόριο στην Αγκόλα; «Η θέα των δυστυχισμένων αυτών ανθρώπων που μόλις ανέπνεαν και η ζωή τους δεν είχε πια ήχο, αυτών των «σκελετών που έσβηναν» κατά την έκφραση του Λίβινγκστον, θα συγκινούσε και καρδιές άγριων θηρίων: παιδιά κι έφηβοι που πάσχιζαν να κρύψουν τη γύμνια τους με κάποιο κουρέλι φτιαγμένο απ’ τη φλούδα που παράγουν λίγα δέντρα. Γυναίκες με το κορμί γεμάτο πληγές από τα μαστιγώματα. Παιδάκια εξαθλιωμένα με πόδια ματωμένα, που οι μητέρες τους τα κουβαλούσαν στην αγκαλιά τους. Παλικάρια μισοπνιγμένα μέσα ε εκείνα τα δικράνια που τους χάραζαν τη σάρκα. Όλες όμως αυτές οι αθλιότητες άφηναν ασυγκίνητους τους Αραπάδες και τους Πορτογάλους».


Αλλά και στα «Παιδιά του πλοίαρχου Γκραντ» οι περιπέτειες δεν έχουν τελειωμό! Όταν ξεβράζεται στις ακτές ένα μπουκάλι όπου αναφέρεται ότι το πλοίο Britania με κυβερνήτη τον καπετάνιο Γκραντ έχει ναυαγήσει, ο λόρδος και η λαίδη Γκλέναρβαν αποφασίζουν να διεξάγουν μία έρευνα για να τον σώσουν για χάρη των παιδιών του, Ρόμπερτ και Μαίρη, εφόσον η κυβέρνηση της Σκωτίας αρνείται να κάνει κάτι τέτοιο. Ωστόσο οι συντεταγμένες που δίνει το χαρτί που βρέθηκε μέσα στο μπουκάλι είναι σβησμένες και έτσι βάσει διάφορων υποθέσεων βρίσκονται να περιπλανούνται σε διάφορα σημεία του πλανήτη. Η άφθαστη πένα του Ιούλιου Βερν αποτυπώνει και εδώ μοναδικά τις ιδιαιτερότητες των ανθρώπων και του τοπίου παρέχοντας ως συνήθως και πρόσθετες γεωγραφικές πληροφορίες μεταφέροντας στον αναγνώστη μία πολύ άμεση και απτή εικόνα σαν να βρισκόταν ο ίδιος εκεί.Η περιήγηση των ηρώων είναι μακρά και εκτείνεται από την Νότια Αμερική ως την Αφρική και την Νέα Ζηλανδία. Παράλληλα οι αναγνώστες πληροφορούνται για τα παράξενα αξιοθέατα, τοπία και έθιμα των περιοχών αυτών. Όπως στην περιγραφή κάποιου εθίμου των Μαορί: «Όποιος ήξερε τα έθιμα των Μαορί, θα το καταλάβαινε αμέσως. Οι άγριοι αυτοί πίστευαν, ότι η ψυχή κάθε νεκρού εξακολουθεί να κατοικεί στο σώμα του τρεις μέρες μετά το θάνατό του. Γι’ αυτό και για τρία 24ωρα το σώμα μένει άταφο. Το ίδιο είχε γίνει τώρα και με το πτώμα του Καρά-Τετέ. Οι ιθαγενείς τις τρεις αυτές μέρες είχαν κλειστεί στις καλύβες τους, όπως ήθελε το έθιμο. Το παχ ήταν ολότελα έρημο. Την τρίτη όμως μέρα, η ζωή στο παχ πήρε τον κανονικό της ρυθμό».




Χρειάζεται, λοιπόν, να πάρουμε πλοία, τρένα και αεροπλάνα για να δούμε τον κόσμο; Μάλλον όχι!
Ευχαριστούμε, καπετάνιε Βερν!




Πηγές:
Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες
Ιούλιος Βερν
Διασκευή: Π. Αναγνωστοπούλου
Εκδόσεις Αγκυρα
Αθήνα 1988

Μιχαήλ Στρογκόφ
Ιούλιος Βερν
Διασκευή: Α. Φερτάκη
Εκδόσεις Άγκυρα
Αθήνα 1987

Περιπέτειες 3 Ρώσων και 3 Άγγλων
Ιούλιος Βερν
Διασκευή: Γ. Π. Κριμπάς
Εκδόσεις Άγκυρα
Αθήνα 1983

Ο δεκαπεντάχρονος πλοίαρχος
Ιούλιος Βερν
Διασκευή: Α. Φερτάκη
Εκδόσεις Άγκυρα
Αθήνα 1988

Τα παιδιά του πλοίαρχου Γκραντ
Ιούλιος Βερν
Διασκευή: Γ. Π. Κριμπάς
Εκδόσεις Άγκυρα
Αθήνα 1988