Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2017

Τα ελληνικά παιδικά βιβλία στην μικρή και μεγάλη οθόνη-Παράρτημα



Τέσσερα ακόμη ελληνικά παιδικά βιβλία που έγιναν τηλεοπτικές σειρές έρχονται να προστεθούν στο αφιέρωμά μας,
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 το μοναδικό παιδικό βιβλίο του Στρατή Μυριβήλη, "Ο Αργοναύτης" γίνεται τηλεοπτική σειρά. Αποτελείται από 10 επεισόδια, το σενάριο και σκηνοθεσία ανήκουν στον Μάνθο Σαντοριναίο ενώ την μουσική συνέθεσε ο Πάνος Γκέκας. Σ' ένα ψαροχώρι ζει ο Αντρέας με την οικογένειά του. Ο Αντρέας είναι ένα 10άχρονο παιδί με μεγάλη αγάπη για την θάλασσα και την ελληνική μυθολογία. Αντί να παίζει με τους συμμαθητές του προτιμάει να περνάει την ώρα του στο καφενείο του πατέρα του την «Καλή καρδιά». Εκεί μαζεύονται οι ναυτικοί του χωριού και διηγούνται θαλασσινές ιστορίες. Το καφενείο φαίνεται στα μάτια του Αντρέα σαν καράβι που αρμενίζει και οι διηγήσεις των ναυτικών τον κάνουν να θέλει κι αυτός να γίνει θαλασσινός. Όμως, η μητέρα του, από φόβο μήπως έχει την τύχη του πατέρα της, που πνίγηκε, του απαγορεύει να έχει οποιαδήποτε επαφή με τη θάλασσα. Έτσι, δεν του μένει παρά να ονειρεύεται ότι ταξιδεύει σαν άλλος Ιάσονας με την Αργώ του, ψάχνοντας για την φανταστική Κολχίδα.


 Επίσης τν δεακαετία του 80 τηλεοπτική σειρά γίνεται το βιβλίο της Σοφίας Φίλντιση, "Ασήμαντα". Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου αναφέρεται: "Ασήμαντα είπα -λεω- όσα από τα παιδικά μου χρόνια έρχονται στο μυαλό μου ξανά και ξανά τις νύχτες που έχω κι εγώ ανάγκη από παραμύθια αληθινά... Ασήμαντα είπα 'το ψέμα', 'το σκαμνί μου', 'τα δυο πουλιά'... Λέξεις κι αντικείμενα μικρά... Τα παράπονα, οι φόβοι, 'οι ανταρσίες', τα ψέματα των παιδιών που μένουν αφανέρωτα για χρόνια... Εικόνες μικρές που μεγάλωσαν μαζί μου, μα που έχουν -λεω- την ηλικία του κόσμου... Όμως αλήθειες θα σου πουν. 'Θα σου το μαρτυρήσει και ο Χριστός στο φυλάκιο'."


Στη μικρή οθόνη έχει μεταφερθεί και το βιβλίο της Ελένης Σαραντίτη, "Αχ, οι φίλοι μου..."  . Αποτελούνταν από 10 επεισόδια και έκανε πρεμιέρα στις 15 Οκτωβρίου 1982 στην ΥΕΝΕΔ. Το σενάριο και η σκηνοθεσία ήταν του Δημήτρη Δημογεροντάκη. Δύο παρέες παιδιών από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, η πρώτη από πλουσιόπαιδα αστικών οικογενειών και η δεύτερη από ορφανά που δουλεύουν σε ένα μανάβικο, γνωρίζονται στο πάρκο και γίνονται αχώριστοι φίλοι, παρά τις ανιτδράσεις των γονιών τους.


Το βιβλία τηςΛείας Χατζοπούλου-Καραβία,  «Ρίκη, ένα παραμύθι για τυφλοπόντικες κάθε ηλικίας» μεταφέρθηκε στην τηλεόραση με κούκλες ως ήρωες στα τέλη της δεκαετίας του '80 σε 24 επεισόδια. Το ζεύγος Τάλπα είναι αξιοπρεπείς τυφλοπόντικες: καλοί σκαφτιάδες λαγουμιών, κοντόθωροι, αντικοινωνικοί, καβγατζήδες, σωστά καμάρια του γένους τους. Από τα τρία μικρά τους, ο Μολ και ο Μουλ είναι αντάξιοι των γονιών τους. Η Ρίκι όμως έχει γεννηθεί με ελαττώματα. Βλέπει καθαρά με τα μεγάλα μάτια της, κι αυτό είναι αναπηρία για έναν τυφλοπόντικα. Είναι μικροσκοπική, ισχνή, σχεδόν "θνησιγενής" - λιγόφαγη, γιατί δεν εννοεί να καταβροχθίσει τα ζωάκια που της φέρνει ο στοργικός πατέρας της. Θέλει να τους πιάσει κουβέντα, πασχίζοντας να καταλάβει την ομιλία τους. Έτσι καταφέρνει να μάθει σαλιγκαρικά, βατραχικά κι άλλες ξένες γλώσσες. Είναι φιλική ακόμα και με τους εχθρούς της, όπως η κουκουβάγια και η αλεπού. Τέλος, διαλέγει ταίρι άλλου γένους, το χορτοφάγο, κοινωνικό ποντικό του δάσους Σιλβάτικο, κι ας νιώθουν φρίκη οι γονείς για το μεικτό ζευγάρωμα.


Στο βιβλίο της Ανθούλας Αθανασιάδου "Η αδελφή της αδελφής της αδελφής μου" έγινε τηλεοπτική σειρά το 2005 στο ιδιωτικό κανάλι Alpha. Το σενάριο ήταν της συγγραφέως και η σκηνοθεσία του Στράτου Μαρκίδη. Προβλήθηκε σε 20 επεισόδια των 45 λεπτών. Πρωταγωνίστριες είναι τρία κορίτσια που τα ενώνει ένας παράξενος δεσμός: ο μπαμπάς των δύο έχει παντρευτεί τη μαμά της τρίτης και έχουν αποκτήσει μαζί άλλη μία κόρη. Είναι, λοιπόν, και οι τρεις αδερφές της αδερφής τους χωρίς, όμως, να έχουν τους ίδιους γονείς. Έχουν μεγαλώσει μαζί, έχουν κοινές αναμνήσεις, κοινούς συγγενείς και κοινά προβλήματα. Η Δάφνη και η Νεφέλη είναι ακόμη μαθήτριες Λυκείου, ενώ η μεγαλύτερη αδερφή της Νεφέλης, η Μοίρα, είναι πρωτοετής φοιτήτρια κοινωνικών επιστημών. Βρίσκονται, δηλαδή, σ' εκείνη την ευαίσθητη ηλικιακή καμπή, όπου ένας έφηβος ετοιμάζεται να βγει στη ζωή, να αλλάξει συνήθειες, να αποφασίσει σε ποια κατεύθυνση θα στραφεί και να αρχίσει να στηρίζεται περισσότερο στον εαυτό του. Καθώς οι πρωταγωνίστριες μεγαλώνουν και περνούν από την εφηβεία στην ενηλικίωση, οι γονείς τους περνούν κι εκείνοι την κρίση της μέσης ηλικίας. Η ζωή όλων δεν είναι μόνο δυσκολίες και κρίσεις. Είναι και έρωτες και νέες φιλίες, μια διαρκής περιπέτεια σχέσεων ερωτικών, αδερφικών, φιλικών, κοινωνικών και επαγγελματικών.


Δυστυχώς δεν βρήκαμε τελικά άλλη παιδική ταινία βασισμένη σε βιβλίο.
πρινή Λίβα, Γιολάντα Πέτσου και πολλά μικρά παιδιά …Δυο παρέες παιδιών από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, η πρώτη από πλουσιόπαιδα αστικών οικογενειών και η δεύτερη από ορφανά που δουλεύουν σε ένα μανάβικο, γνωρίζονται στο πάρκο και γίνονται αχώριστοι φίλοι, παρά τις αντιδράσεις των γονιών τους…

Today Deal $50 Off : https://goo.gl/efW8Ef
Αχ!...αυτοί οι φίλοι μου Διασκευή του βιβλίου της Ελένης Σαραντίνη Παναγιώτου Παιδική σειρά 10 επεισοδίων διάρκειας 30 λεπτών Πρεμιέρα στην ΥΕΝΕΔ τη Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 1982 Παραγωγή της Ελένης Κοντραφούρη Σενάριο και σκηνοθεσία του Δημήτρη Δημογεροντάκη Ηθοποιοί Βασίλης Τσάγκλος, Λαμπρινή Λίβα, Γιολάντα Πέτσου και πολλά μικρά παιδιά …Δυο παρέες παιδιών από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, η πρώτη από πλουσιόπαιδα αστικών οικογενειών και η δεύτερη από ορφανά που δουλεύουν σε ένα μανάβικο, γνωρίζονται στο πάρκο και γίνονται αχώριστοι φίλοι, παρά τις αντιδράσεις των γονιών τους…

Today Deal $50 Off : https://goo.gl/efW8Ef
Αχ!...αυτοί οι φίλοι μου Διασκευή του βιβλίου της Ελένης Σαραντίνη Παναγιώτου Παιδική σειρά 10 επεισοδίων διάρκειας 30 λεπτών Πρεμιέρα στην ΥΕΝΕΔ τη Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 1982 Παραγωγή της Ελένης Κοντραφούρη Σενάριο και σκηνοθεσία του Δημήτρη Δημογεροντάκη Ηθοποιοί Βασίλης Τσάγκλος, Λαμπρινή Λίβα, Γιολάντα Πέτσου και πολλά μικρά παιδιά …Δυο παρέες παιδιών από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, η πρώτη από πλουσιόπαιδα αστικών οικογενειών και η δεύτερη από ορφανά που δουλεύουν σε ένα μανάβικο, γνωρίζονται στο πάρκο και γίνονται αχώριστοι φίλοι, παρά τις αντιδράσεις των γονιών τους…

Today Deal $50 Off : https://goo.gl/efW8Ef

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2017

Άλκης Ζέη, Το καπλάνι της βιτρίνας (απόσπασμα), εκδόσεις Μεταίχμιο


Οι βαρετές Κυριακές, ο Ίκαρος και η προπαίδεια
Την Κυριακή, το χειμώνα, είναι η πιο βαρετή μέρα. Από το πρωί, η Μυρτώ κι εγώ παίζουμε, τσακωνόμαστε, διαβάζουμε κανένα βιβλίο, αλλά το απόγευμα, όταν αρχίζει να σκοτεινιάζει νωρίς νωρίς, δεν ξέρουμε τί να κάνουμε.
Τα απογεύματα μένουμε στο σπίτι μόνες με τον παππού. Ο μπαμπάς κι η μαμά παίζουν χαρτιά στο σπίτι του κυρίου Περικλή, που είναι ο διευθυντής του μπαμπά στην τράπεζα. Η θεία Δέσποινα, η αδερφή του παππού, πάει επίσκεψη στις φίλες της, κι η Σταματίνα, η υπηρέτρια, έχει έξοδο. Ο παππούς κλείνεται στο γραφείο του και διαβάζει τους «αρχαίους» του. Έτσι λέμε, με την αδελφή μου τη Μυρτώ, τα βιβλία του παππού, γιατί είναι όλα Αρχαία Ελληνικά. Πηγαίνουμε τότε στην τζαμωτή βεράντα και κοιτάμε τη θάλασσα. Τα κύματα σπάνε στους βράχους, πιτσιλάνε τα τζάμια κι έτσι όπως κυλάνε οι στάλες πάνω τους, μοιάζουν με δάκρυα. Τότε φτιάχνουμε με τη Μυρτώ τις πιο λυπητερές ιστορίες. Τάχα πως πέθανε ο μπαμπάς, η μαμά ξαναπαντρεύτηκε κι ο πατριός μας είναι πιο κακός κι από τον Δαβίδ Κόπερφιλντ. Ή πως ο παππούς είναι ένας φτωχός ζητιάνος, κι εμείς, ντυμένες με κουρέλια, γυρίζουμε μαζί του μέσα στο κρύο και ζητιανεύουμε ψωμί, από πόρτα σε πόρτα.
Αυτή όμως την Κυριακή βαριόμασταν όλα τα παραμύθια και τα παιχνίδια μας.
— Δε φτιάχνουμε μια ιστορία για το καπλάνι; — είπα, και το μετάνιωσα αμέσως, πριν καλά καλά τελειώσω τη φράση μου.
— Σα δε ντρέπεσαι! Μεγάλη ιδέα έχεις για τον εαυτό σου — απάντησε θυμωμένα η Μυρτώ.
Για το καπλάνι, που είναι βαλσαμωμένο μέσα σε μια βιτρίνα, κάτω, στο μεγάλο σαλόνι, μονάχα ο ξάδελφός μας ο Νίκος ξέρει να διηγείται. Ο Νίκος σπουδάζει στην Αθήνα χημικός. Κάθε καλοκαίρι έρχεται στο νησί και πηγαίνουμε μαζί στην εξοχή, στο Λαμαγάρι. Ξέρει ένα θαυμαστό παραμύθι για το καπλάνι, που δεν τελειώνει ποτέ και κάθε καλοκαίρι το συνεχίζει.
Είχε σκοτεινιάσει για καλά. Η θάλασσα δεν ξεχώριζε. Μονάχα ακούγαμε ένα «παφ» και γέμιζαν τα τζάμια δάκρυα. Ο δρόμος έξω ήταν έρημος. Ήταν σκοτεινά και φοβόμουνα. Τότε ακούστηκαν τραγουδιστά τα μαγικά λόγια: ΠΑ, ΒΟΥ, ΓΑ, ΔΕ, ΚΕ, ΖΩ, ΝΗ… Ήταν ο παππούς. Όταν τέλειωνε τη μελέτη του, έψελνε σε μια παράξενη γλώσσα που τη λένε βυζαντινή. Μετά ο παππούς ήρθε στη τζαμωτή, μας πήρε στην τραπεζαρία και μας έδωσε να φάμε καρύδια με μέλι. Όταν η Μυρτώ ζήτησε και τρίτη φορά να της γεμίσει το πιατάκι, ο παππούς είπε:
— Μυρτώ, τί προτιμάς; Κι άλλα καρύδια ή να σου διηγηθώ ένα μύθο;
— Φυσικά, καρύδια — απάντησε εκείνη. Αφού ο μύθος δεν τρώγεται.
Ο παππούς μας δεν μοιάζει με τους παππούδες των άλλων παιδιών. Είναι ψηλός, περπατάει κρατώντας ένα καλάμι και δεν καμπουριάζει καθόλου. Όλοι στο νησί τον λένε «Ο ΣΟΦΟΣ». Ξέρει όλον τον Όμηρο απέξω. Ποτέ δεν μας λέει παραμύθια για δράκους και βασιλιάδες, παρά μας διηγείται μύθους για τους αρχαίους θεούς και ήρωες.
— Λοιπόν, θα σας πω ένα μύθο, είπε ο παππούς κι άρχισε την ιστορία του Δαίδαλου και του Ίκαρου.
…Ο Ίκαρος, με τα φτερά που του έφτιαξε ο πατέρας του, ο Δαίδαλος, άρχισε να πετά σαν πουλί. Μα πέταξε πολύ ψηλά, σχεδόν κοντά στον ήλιο, κι έλιωσε το κερί που μ' αυτό ήταν κολλημένα τα φτερά του. Έτσι έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε. Γι' αυτό το πέλαγος, όπου έπεσε, λέγεται Ικάριον…
Μέσα στο Ικάριο πέλαγος είναι το νησί μας. Τί μικρό που φαίνεται πάνω στην υδρόγειο! Σα μια μικρή τελεία. Πέρα τ' άλλα νησιά, κι ύστερα ολόκληρη η Ελλάδα κι οι άλλες χώρες, απέραντες ... Τί όμορφα που θα ’ναι να πετάς! Να ’ναι, ας πούμε, μια βαρετή Κυριακή κι εσύ να λες: δε βάζω τα φτερά μου, να πεταχτώ, μια στιγμή, στην Ιαπωνία ή στην Κίνα ή στην Αφρική, να δω αν τα Γιαπωνεζάκια, τα Κινεζάκια και τα Αραπάκια περνούνε κι αυτά βαρετές Κυριακές; Αν παίζουν κι αυτά κουτσό, σκοινάκι, πεντόβολα;
— Μπορεί στ’ αλήθεια, παππού, να πετάξει καμιά φορά ο άνθρωπος; — ρώτησα.
— Σαχλαμάρες! — είπε η Μυρτώ.
— Μπορεί. Αν περάσουν πενήντα, ίσως εκατό χρόνια, μπορεί να γίνει κι αυτό. Τώρα έχουμε Γενάρη του 1936, μπορεί ώς το Γενάρη του 1986 οι άνθρωποι να πετάνε κοντά στον ήλιο, χωρίς όμως να ξεκολλάνε τα φτερά τους.
— Ούουου, ώς τότε τί να το κάνουμε; — λέει η Μυρτώ. Εμείς θα είμαστε γριές κι έτσι κι αλλιώς δεν θα μπορούμε να πετάμε.
Ο παππούς τη μάλωσε πως είναι εγωίστρια. Αν σκέφτονταν όλοι έτσι, δεν θα ’χε γίνει καμία ανακάλυψη στον κόσμο. Οι επιστήμονες δεν θα κουράζονταν να βρουν τούτο ή εκείνο, αφού, ώσπου να τελειοποιηθεί η εφεύρεσή τους, αυτοί θα έχουν πεθάνει.
— Αλλά οι επιστήμονες, κυρία Μυρτώ, σκέφτονται την ανθρωπότητα κι όχι τον εαυτό τους. Οι ίδιοι μπορεί να μην υπάρχουν, αλλά το όνομά τους μένει αθάνατο.
— Θα 'θελα να γίνω εφευρέτης, λέει η Μυρτώ.
— Αν οι... εφευρέτες ξέρανε την προπαίδεια όπως εσύ, της είπε ο παππούς, δεν θα γινόταν καμιά εφεύρεση στον κόσμο.
Δεν φανταζόμασταν ότι θα τέλειωνε τόσο άσχημα αυτή η Κυριακή. Ο παππούς άρχισε να ρωτάει τη Μυρτώ το 7x7 κι εκείνη όλο τα μπέρδευε. Επέμενε μάλιστα πως 7x8 κάνει 46 κι ο παππούς θύμωσε.
— Αν δε μάθεις την προπαίδεια απέξω κι ανακατωτά, δεν θα πας ποτέ σου σε αληθινό σχολείο, είπε ο παππούς και μας έστειλε να κοιμηθούμε.
Εγώ πηγαίνω στη Δευτέρα κι η Μυρτώ στην Τετάρτη. Δεν πηγαίνουμε όμως σχολείο, μας κάνει ο παππούς μάθημα στο σπίτι. Κάθε χρόνο δίνουμε εξετάσεις, σαν διδαχθείσες κατ’ οίκον και περνούμε τις τάξεις. Σε δημόσιο σχολείο δεν θέλουν να μας στείλουν, γιατί εκεί, λέει ο παππούς, έχει τόσα παιδιά σε κάθε τάξη, που μπορεί να περάσει μισός χρόνος και να μη σε σηκώσουν για μάθημα. Είναι και το ιδιωτικό σχολείο του κυρίου Καρανάση στη γειτονιά μας, μα αυτό, λέει ο μπαμπάς, δεν είναι «για το βαλάντιό μας».
Όταν πέσαμε πια στα κρεβάτια μας να κοιμηθούμε, άρχισε η Μυρτώ να λέει πως εγώ έφταιγα που τη μάλωσε ο παππούς για την προπαίδεια, γιατί ρώτησα αν θα μπορέσει στ' αλήθεια να πετάξει ο άνθρωπος. Πού να ξέρω εγώ ότι, για να πετάξει ο άνθρωπος, χρειάζεται κανείς να ξέρει απέξω κι ανακατωτά την προπαίδεια;
Μπορούσε, όμως, ποτέ Κυριακάτικα να πάνε όλα καλά; Αν πηγαίναμε σχολείο, θα μας άρεσε η Κυριακή, που θα μέναμε στο σπίτι. Ενώ τώρα…
— Αχ, να πηγαίναμε σχολείο… λέω δυνατά, αλλά η Μυρτώ κάνει πως δεν ακούει. Τότε είπα ακόμα πιο δυνατά:
— ΕΥ-ΠΟ; ΛΥ-ΠΟ;
— ΛΥ-ΠΟ, ΛΥ-ΠΟ, απάντησε εκείνη κάτω από τα σκεπάσματα.
Αυτά δεν ήταν βυζαντινά, αλλά μια δική μας γλώσσα, που μόνο οι δυο μας την καταλαβαίναμε. ΕΥ-ΠΟ, θα πει πολύ ευχαριστημένη. ΛΥ-ΠΟ, πολύ λυπημένη. Αν δεν το ρωτούσαμε κάθε βράδυ η μια στην άλλη, δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε. Δεν ξέρω γιατί, τις Κυριακές, σχεδόν πάντα, απαντούσαμε ΛΥ-ΠΟ, ΛΥ-ΠΟ.
Να 'χα τώρα φτερά σαν του Ίκαρου, θα μπορούσα να πέταγα από χώρα σε χώρα και να ρώταγα όλα τα παιδιά του κόσμου: ΕΥ-ΠΟ; ΛΥ-ΠΟ;

Τα ελληνικά κλασικά παιδικά βιβλία στην μικρή και μεγάλη οθόνη (Β΄)






Συνεχίζοντας το αφιέρωμά μας θα σταθούμε στην τηλεοπτική μεταφορά του μυθιστορήματος της Άλκης Ζέη, «Το καπλάνι της βιτρίνας», το 1990 σε 10 επεισόδια των 28 λεπτών σε σενάριο και σκηνοθεσία του Πέτρου Λύκα. ΕΥ-ΠΟ; ΛΥ-ΠΟ; είναι η συνθηματική ερώτηση που ανταλλάσσουν μεταξύ τους η Μέλια και η Μυρτώ λίγο πριν κοιμηθούν. Δυο μικρές αδερφές που ζουν σ’ ένα νησί του Αιγαίου το 1936 ακούνε τον παππού τους να τους μιλάει ώρες ατέλειωτες για τους «αρχαίους» του, ανυπομονούν να ανταμώσουν με τους φίλους και τις φίλες τους από τα τσαρδάκια σαν έρχεται το καλοκαίρι, μα πάνω απ’ όλα τρελαίνονται με τις μαγικές ιστορίες του καπλανιού που τους διηγείται ο ξάδερφός τους ο Νίκος, φοιτητής από την Αθήνα. Το καπλάνι –όπως το λένε στο νησί–, ένας βαλσαμωμένος τίγρης, που βρίσκεται κλειδωμένο μέσα στη βιτρίνα της μεγάλης σάλας του σπιτιού, πότε κοιτάει με το γαλάζιο και πότε με το μαύρο του μάτι, ανάλογα με τη διάθεσή του. Τι συμβαίνει μια ζεστή μέρα του Αυγούστου που αναστατώνει τη ζωή των κοριτσιών και των δικών τους; Ποιος θέλει να βλάψει το καπλάνι;


Μία αξιοζήλευτη θέση στην ιστορία των τηλεοπτικών μεταφορών παιδικών βιβλίων κατέχει η «Φρουτοπία» του Ευγένιου Τριβιζά σε 3 κύκλους και 48 επεισόδια συνολικά. Ξεκίνησε να μεταδίδεται στις 8 Νοεμβρίου 1985 και ολοκληρώθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1989.  Το σενάριο ήταν του Ευγένιου Τριβιζά και η σκηνοθεσία των Φαίδωνα Σοφιανού , Ήβης Σοφιανού , Πέτρου Δεδεγιάννη , Νίνου Ελματζιόγλου. Η υπόθεση του 3ου κύκλου επεισοδίων της σειράς δεν ολοκληρώθηκε. Η ξαφνική εξαφάνιση του Μανώλη του μανάβη σπέρνει τον πανικό μεταξύ των μανάβηδων της χώρας οι οποίοι τρέπονται σε μαζική φυγή φοβούμενοι της ίδιας τύχης, ακολουθούμενοι από τους ανθρώπους. Το γεγονός σημαίνει την έναρξη μιας νέας εποχής για τα φρούτα και τα λαχανικά που παραμένουν στην Φρουτοπία, τα οποία κυρήττουν την ανεξαρτησία τους, εκλέγουν τους δικούς τους εκπροσώπους σε διάφορα αξιώματα και αποφασίζουν την απαγόρευση εισόδου στην χώρα για όλους τους μανάβηδες, δίνοντας έτσι τέλος στην υποδούλωση. Ο μοναδικός άνθρωπος στην Φρουτοπία είναι ο "δαιμόνιος δημοσιογράφος" Πίκος Απίκος, ο οποίος καλείται να ερευνήσει το μυστήριο της εξαφάνισης του Μανώλη του μανάβη, ως απεσταλμένος της εφημερίδας Τρέχα Γύρευε.


Ένα μάτσο εφημερίδες, φτηνά υφάσματα και λίγη κόλα συνέθεσαν τα παιδικά όνειρα μιας ολόκληρης γενιάς. Ο Μπάρμπα Μυτούσης, ο καλοκάγαθος θείος, ο Κλούβιος και η Σουβλίτσα τα ανιψάκια του συνέδεσαν για δέκα ολόκληρα χρόνια στη τηλεόραση και 45 χρόνια σε όλη την Ελλάδα την αποτελεσματικότερη… απόδραση της πιτσιρικαρίας από τη πραγματικότητα. Ο Μπαρμπα Μυτούσης τα είχε τα χρονάκια του όταν έκανε το τηλεοπτικό του ντεμπούτο στα 1966. Είχε… γεννηθεί την 1η Μαρτίου 1939 από την Ελένη Θεοχάρη Περάκη στην Αθήνα. Μεγάλωσε δύσκολα με Πόλεμο και Κατοχή. Πάντα όμως είχε τη διάθεση να διασκεδάζει τους μικρούς του φίλους. 8-Κουκλοθέατρο ΑθηνώνΤην 1η Νοεμβρίου 1966, ημέρα Τρίτη, ο καλοκάγαθος θείος, η παμπόνηρη Σουβλίτσα και ο αγαθούλης Κλούβιος, τελευταία άφιξη στις παραστάσεις εμπνευσμένος από τις Κλαψωδίες της Αλκης Ζέης, έκαναν την εμφάνισή τους στους ελάχιστους τηλεθεατές που διέθεταν τότε τηλεοπτικές συσκευές. Η εκπομπή αρχικά ήταν 15ήμερη και διαρκούσε 15 λεπτά. Από τον Φεβρουάριο του 1967 όμως έγινε εβδομαδιαία και ημίωρη. Τρεις ηθοποιοί, η Ελένη Κοτσίρη που έγραφε και τα κείμενα, η Επη Πρωτονοτάρου και η Κεούλα Κατσούρη που είχε και τις δημόσιες σχέσεις ήταν ο βασικός πυρήνας. Από κοντά και η σκηνογράφος Ανθούλα Ξανθού – Σταυριανού. Τη μουσική είχε αναλάβει η Ερση Παπαστάμου. Από το 1970 το «Κουκλοθέατρο Αθηνών» απέκτησε και στέγη, εκτός τηλεόρασης. Στο θεατράκι της ΧΕΝ όπου κάθε χειμώνα έδινε παραστάσεις, ενώ το καλοκαίρι γύριζε την περιφέρεια. Η εκπομπή αγαπήθηκε από μικρούς και μεγάλους. Για δέκα ολόκληρα χρόνια είχε σταματήσει το ρολόι του χρόνου. Όλα αυτά τα χρόνια ούτε ο θείος, ούτε τα ανίψια μεγάλωσαν. Την Πρωτοχρονιά του 1976 μεταδόθηκε το τελευταίο επεισόδιο. Την επόμενη Πέμπτη προβλήθηκε μια ξένη παραγωγή, το «Μπράντι Κιντς» κι αμέσως μετά πήραν τη θέση του τα «Ελληνικά παραμύθια», μια σοβαρή προσπάθεια για να αποδοθούν με θεατρικό τρόπο τα λαϊκά παραμύθια.


«Τα δελφινάκια του Αμβρακικού» του Ντίνου Δημόπουλου έγιναν ταινία αρχικά το 1993 και έπειτα τηλεοπτική σειρά το 1995 σε σενάριο και σκηνοθεσία του ίδιου. Η τηλεοπτική σειρά είχε 10 επεισόδια και ξεκίνησε να μεταδίδεται στις 20 Μαΐου 1995 στην ΕΤ1. Σε ένα μικρό επαρχιακό θαλασσοχώρι, εδώ και εξήντα χρόνια, δυο οκτάχρονα παιδιά, ο Πέτρος και η Ανθούλα, ανακαλύπτουν σιγά-σιγά το ανεπανάληπτο θαύμα του κόσμου που τους περιβάλλει. Μιλούν με τα ζώα, κυνηγιούνται με τα πουλιά κι αρθρώνουν τις πρώτες στροφές από το αιώνιο τραγούδι της αγάπης, κι ας μην καταλαβαίνουν ακόμα τα λόγια του. Μα αυτό το θαυμαστό πανηγύρι της ζωής θα σκοτεινιάσει ξαφνικά, όταν τα δυο παιδιά θα βρεθούν μπροστά σε ένα συνομήλικο άρρωστο αγόρι, παρατημένο από τους δικούς του να πεθάνει σε μιαν έρημη καλύβα. Ο Πέτρος και η Ανθούλα πλησιάζουν θαρρετά το άρρωστο παιδί και με την ανεξάντλητη δύναμη της αγάπης γκρεμίζουν τα σύνορα της συμβατικότητας και του φόβου, κι ανοίγουν φωτεινούς δρόμους στη ζωή, αδιανόητους για τους μεγάλους.


Το 1991 μεταφέρεται στην μικρή οθόνη το μυθιστόρημα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου στο ιδιωτικό κανάλι Mega. Το σενάριο ήταν της Μαργαρίτας Σαμπάνη, η σκηνοθεσία του Άγγελου Κοτσοβού και η παραγωγή του Νίκου Πιλάβιου. Μεταδόθηκε σε 5 επεισόδια των 30 λεπτών.  Ο Ορέστης και η Άννα παντρεύονται και έρχονται να ζήσουν στο καινούριο τους σπίτι. Δε θα μείνουν όμως μόνοι τους. Ο Ορέστης φέρνει μαζί του και τον επτάχρονο γιο του Άρη, τον οποίο μεγαλώνει μόνος του από τότε που η γυναίκα του πέθανε. Η Άννα έχει και αυτή ένα γιο από τον πρώτο της γάμο, τον Φίλιππο, δεκατριών ετών. Η οικογένεια αρχίζει την κοινή της ζωή που δεν είναι καθόλου ρόδινη. Οι φόβοι κα ιοι ανησυχίες της Άννας για τις σχέσεις των δύο παιδιών επιβεβαιώνονται, όταν οι καυγάδες αρχίζουν και επηρεάζουν τη σχέση της με τον Ορέστη. Ο πρώτος εφηβικός έρωτας του Φίλιππου και οι παρεξηγήσεις που συχνά δημιουργούνται ανάμεσα στους δύο τους δυσκολεύουν πολύ τη ζωή της οικογένειας.

 Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Γιώργος Μιχαλακόπουλος μετέφερε στην κρατική τηλεόραση το βιβλίο της Άλκης Ζέη, "Ο ψεύτης παππούς" το 2008. Το σενάριο ήταν των Παναγιώτη Μέντη και Άλκης Ζέη και η σκηνοθεσία των Γιώργου Μιχαλακόπουλου, Νίκου Καβουκίδη, Αγγελικής Γιαννακοπούλου και Μαρίας Δημητριάδου. Μεταδόθηκαν 16 επεισόδια των 45 λεπτών από τις 16 Οκτωβρίου 2009 ως τις 29 Ιανουαρίου 2009.  Πληθωρικός, γεμάτος γνώση ζωής, τόλμη και αισιοδοξία. Ένας παππούς που μετατρέπει σε παραμύθι την καθημερινότητα, την περιπέτεια της ζωής του. Καταφέρνει πάντα να εξάπτει τη φαντασία και να κερδίζει τον θαυμασμό του μικρού εγγονού του. Μετατρέπει σε παραμύθι την οικογενειακή τους ιστορία. Μετατρέπει σε παραμύθι μια βόλτα στο Μοναστηράκι, μια επίσκεψη σ' ένα παλαιοπωλείο στην πλατεία Αβυσηνίας. Μετατρέπει σε παραμύθι ένα ταξίδι στο Παρίσι. Τρέχει με τη φαντασία του πίσω απ' τα νιάτα του Γαλλικού Μάη, χαζεύει τους σύγχρονους κλοσάρ, και τους θεατρίνους του δρόμου στη Μονμάρτρη και στις μεγάλες γέφυρες του Σηκουάνα. Ο "ψεύτης παππούς" πάει όσο πιο μακριά γίνεται την αποκάλυψη των μυστικών και του μυστηρίου που είναι φορτωμένη η ζωή του. Ένα μυστήριο και μυστικά που γίνονται βραχνάς για τον παππού, καθώς όσο μεγαλώνει ο μικρός Αντώνης προσπαθεί να τα ανακαλύψει και να τα κατανοήσει. Για να δεθούν αρμονικά οι ιστορίες του παππού, χρειάζεται η αποκάλυψη της ιστορίας μιας γυναίκας. Η αποκάλυψη που θα φέρει στην οικογένεια τα πάνω κάτω...

«Το ποντικάκι που ήθελε να αγγίξει ένα αστεράκι» του Ευγένιου Τριβιζά έγινε ταινία μικρού μήκους το 2007 διάρκειας 30 λεπτών σε συμπαραγωγή της ΕΡΤ και απέσπασε 4 βραβεία σε διάφορα φεστιβάλ. Ο Τρωκτικούλης, ο ποντικούλης που ζει με τον παππού του σε μια μικρή φωλιά σ’ ένα εξοχικό σπίτι, όποτε αντικρίζει τ’ αστέρια στον ουρανό ονειρεύεται να αγγίξει ένα από αυτά. Για να το καταφέρει σκαρφαλώνει παντού, σε σκουπόξυλα, σε μάντρες και σε καμπαναριά, αλλά μάταια. Όσο ο παππούς του -που ανησυχεί πολύ γι’ αυτόν- προσπαθεί να τον πείσει πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατον αφού τ’ αστέρια βρίσκονται πολύ μακριά, τόσο η επιθυμία του μικρού Τρωκτικούλη να πραγματοποιήσει το όνειρό του μεγαλώνει. Ώσπου ένα βράδυ Χριστουγέννων βγαίνοντας από την ποντικότρυπά του αντικρίζει ένα υπέρλαμπρο άστρο στην κορυφή ενός στολισμένου χριστουγεννιάτικου δέντρου. Η υλοποίηση του ονείρου του μοιάζει να είναι πολύ κοντά και ο μικρός Τρωκτικούλης ξεκινά με ανυπομονησία την αναρρίχηση στο δέντρο. Ο δρόμος όμως προς την κορυφή του, είναι γεμάτος με πειρασμούς και προκλητικές παγίδες. Μερικά από τα στολίδια του δέντρου που τον παρακολουθούν ολοζώντανα, το στρατιωτάκι, η κουκλίτσα και το ναυτάκι προσπαθούν να του αλλάξουν τα σχέδια και να τον παρασύρουν, κάνοντάς τον συμμέτοχο στα δικά τους. Ο Τρωκτικούλης όμως, απορρίπτει κατηγορηματικά μέρες δόξας και δύναμης που του υπόσχεται το στρατιωτάκι, γλυκιά θαλπωρή σ’ ένα κουκλόσπιτο που του υπόσχεται η όμορφη κουκλίτσα και μυθικά πλούτη που του υπόσχεται το φιλόδοξο ναυτάκι, καθώς είναι αποφασισμένος να πραγματοποιήσει το δικό του όνειρο. Όμως, λίγο πιο πέρα παραμονεύει απειλητική η γάτα του σπιτιού.


Περιμένουμε πολλές νέες οπτικοποιήσεις των παιδικών μας αναμνήσεων!

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2017

Τα ξένα κλασικά παιδικά βιβλία στην μικρή και μεγάλη οθόνη (Α΄)





Όπως έχουμε ήδη πει, στην Δύση η παιδική λογοτεχνία αναπτύχθηκε πιο γρήγορα σε σχέση με την Ελλάδα γιατί οι εξελίξεις ήταν ταχύτερες και διαφορετικές σε σχέση με τον ελλαδικό χώρο και ευνόησαν την ανάπτυξη της παιδικής κουλτούρας στρέφοντας το βλέμμα στις ανάγκες και την ψυχολογία  του παιδιού.
Στις Η.Π.Α, με την ανάπτυξη της κινηματογραφικής βιομηχανία στις αρχές του περασμένου αιώνα και βλέποντας την τεράστια απήχηση που είχε και στο παιδικό κοινό οι κινηματογραφικές εταιρείες αποφασίζουν πολύ σύντομα να αφιερώσουν ένα αρκετά μεγάλο του κλάδου στα παιδιά. Με πρωτοπόρο τον Walt Disney αρχίζει η ανάπτυξη μιας ολόκληρης φιλοσοφίας γύρω από τα οπτικοακουστικά προϊόντα που απευθύνονται στα παιδιά και στον τρόπο που αυτά πρέπει να απευθύνονται σε άτομα που βρίσκονται ακόμη-συχνά στο πιο κρίσιμο στάδιο-σε πλήρη ψυχοσωματική ανάπτυξη. Οι ταινίες και οι σειρές που απευθύνονται στα παιδιά συνήθως ανήκουν σε μία από τις δύο εξής κατηγορίες: με πρωταγωνιστές φυσικά πρόσωπα, δηλαδή ανθρώπους και σε ταινίες εμψύχωσης, τα λεγόμενα κινούμενα σχέδια ή cartoons.


Η πρώτη ταινία κινουμένων σχεδίων γυρίζεται το 1907 από τον Αμερικανό Σ. Μπλάκτον. Ωστόσο η μεγάλη άνθιση του είδους ξεκινά με την πρώτη ταινία κινουμένων σχεδίων του Disney το 1937, την  «Χιονάτη και τους επτά νάνους». Η ταινία γνώρισε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία παρέμεινε πρώτη σε εισπράξεις στο είδος της ως το 1992. Βασίστηκε στο γνωστό παραμύθι των αδελφών Γκριμ και έκτοτε γνώρισε άπειρες μεταφορές, όπως και άλλα παραμύθια τους. Η πιο πρόσφατη κινηματογραφική μεταφορά είναι του 2012 σε σκηνοθεσία του Ισπανού Πάμπλο Μπέργκερ και σε τηλεοπτική σειρά στη σειρά Once upon a time του αμερικανικού τηλεοπτικού δικτύου ABC.


Μία ακόμη μεγάλη επιτυχία των στούντιο της είναι το παραμύθι του Πινόκιο. Ο Πινόκιο είναι ένας φανταστικός χαρακτήρας που πρωτοεμφανίστηκε το 1883, ως κεντρικός ήρωας στο ιταλικό παραμύθι «Οι Περιπέτειες του Πινόκιο» (ιταλ.:Le Avventure di Pinocchio) του Κάρλο Κολόντι, και έχει από τότε εμφανιστεί σε πολλές προσαρμογές της ιστορίας και άλλα. Σκαλισμένος από τον ξυλογλύπτη Τζεπέτο σε ένα μικρό ιταλικό χωριό, ο Πινόκιο δημιουργήθηκε ως ξύλινη μαριονέτα, αλλά ονειρεύτηκε να γίνει πραγματικό αγόρι. Ο Πινόκιο χρησιμοποιείται συχνά ως όρος για να περιγράψει κάποιον ο οποίος είναι επιρρεπής στα ψέματα, την μυθοπλασία και την υπερβολή. Επρόκειτο να είναι η τρίτη ταινία της Disney μετά το Μπάμπι αλλά λόγω πρβλημάτων έγινε η δεύτερη.  Ο  animator Νόρμαν Φέργκιουσον, έφερε μεταφρασμένο το έργο του Κάρλο Κολόντι, ονόματι Οι Περιπέτειες του Πινόκιο, στον Ουώλτ Ντίσνεϋ, με τον Ντίσνεϋ να ενθουσιάζεται διαβάζοντας το βιβλίο. Ο ήρωας σχεδιάστηκε αρκετές φορές μέχρι να μείνει ικανοποιημένος ο Disney ενώ επειδή θεωρούσε τον Πινόκιο ευκολόπιστο και ευάλωτο πρόσθεσε στην ιστορία το 1938 τον χαρακτήρα του Τζέμινι Κρίκετ. Η ταινία έλαβε γενικά θετικές κριτικές και θεωρήθηκε πως μεταφέρει τις αξίες της μεσαίας τάξης.


Μία ταινία σταθμός στην ιστορία της ποπ κουλτούρας αλλά και των παιδικών ταινιών είναι «Ο μάγος του Οζ». Γυρίστηκε το 1939 από την εταιρεία Metro Goldwyn Mayer και είχε τη μορφή μιούζικαλ φαντασίας. Η ταινία φημίζεται για την πρωτοποριακή για την εποχή που γυρίστηκε σκηνοθεσία της, για τα ειδικά της εφέ, για τη χρήση του τεχνικόλορ, για την ιδιαίτερη πλοκή της, για τη μουσική επένδυση και τα τραγούδια της και για τους ιδιαίτερους χαρακτήρες της.  Είχε ως πρωταγωνίστρια τη 17χρονη θρυλική Τζούντυ Γκάρλαντ ενώ αρχικά είχε συζητηθεί το όνομα ενός άλλου παιδιού-θαύματος του Χόλυγουντ, της Σίρλευ Τεμπλ.  Η ιδέα άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά μετά την μεγάλη επιτυχία της Disney με τη «Χιονάτη και τους επτά νάνους». Το σενάριο αναθεωρήθηκε πολλές φορές και η ταινία έκανε πρεμιέρα στις 25 Αυγούστου 1939.Βασίστηκε στο γνωστό βιβλίο του Φρανκ Λ. Μπάουμ και περιλαμβάνει τους αγαπημένους χαρακτήρες της Ντόροθυ, του Τότο, του Σκιάχτρου, του Λιονταριού και του Τενεκεδένιου. Περιείχε πολλά γνωστά τραγούδια όπως το πασίγνωστο Somewhere over the rainbow.


Η «Μαίρη Πόπινς» μιούζικαλ φαντασίας του 1964 σε παραγωγή του Walt Disney  είναι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Πάμελα Λίντον Τράβερς, το οποίο διασκευάστηκε για τη μεγάλη οθόνη από τους Μπιλ Γουόλς και Ντον ΝταΓκράντι. Πρωταγωνίστρια της ταινίας είναι η Τζούλι Άντριους που ερμηνεύει το ρόλο μιας αξιαγάπητης γκουβερνάντας, με μαγικές ιδιότητες, που επισκέφτεται το σπίτι μιας προβληματικής λονδρέζικης οικογένειας προκειμένου να συνεισφέρει στην καλυτέρευση της ζωής των μελών της. Πλάι της εμφανίζονται οι Ντικ Βαν Ντάικ, Ντέιβιντ Τόμλινσον και Γκλύνις Τζονς. Η ταινία έλαβε την εύνοια των κριτικών και του κοινού και έλαβε 13 υποψηφιότητες για βραβείο Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας και κέρδισε 5 βραβεία, χαρίζοντας το Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου στη γοητευτική, γλυκιά και με καμπανιστή σοπράνο φωνή Τζούλι Άντριους. Η ταινία είναι πλημμυρισμένη από μελωδίες και τραγούδια με τα οποία μεγάλωσαν και εξακολουθούν να μεγαλώνουν χιλιάδες παιδιά σε όλον τον κόσμο. Το 2013 η ταινία επελέγη από τη Βιβλιοθήκη του Αμερικάνικου Κογκρέσου ως τμήμα του Εθνικού Μητρώου Κινηματογράφου ως πολιτιστικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντική.


H «Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων» το 1952 γυρίστηκε σε ταινία κινουμένων σχεδίων από τον Walt Disney. Είναι  βασισμένη στα έργα του Λιούις Κάρολ Οι περιπέτειες της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων και Μες στον καθρέφτη και τι βρήκε η Αλίκη εκεί. Ήταν η δέκατη τρίτη κλασική ταινία κινουμένων σχεδίων μεγάλου μήκους της Ντίσνεϋ. Η ταινία, την οποία επιμελήθηκε ο ίδιος ο Ντίσνεϊ, θεωρείται από τις πιο καλοσχεδιασμένες ταινίες της ιστορίας των στούντιο Ντίσνεϊ, αν και την εποχή που βγήκε οι κριτικές ήταν εναντίον της, ιδιαίτερα στη Βρετανία, πατρίδα του Κάρολ. Ο Disney είχε ασχοληθεί ξανά με το ίδιο θέμα το 1923 σε μία μάλλον αποτυχημένη μεταφορά  με συμδυασμό ηθοποιών και καρτούν. Το ίδιο θέλησε να κάνει και το 1933  αλλά η Paramount Pictures κυκλοφόρησε εκείνη την χρονιά τη δική της έκδοση της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων. Το 1938 η Disney Films κατοχύρωσε τον τίτλο Alice in Wonderland για τη δημιουργία ταινίας, αλλά ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος και η παραγωγή των ταινιών Πινόκιο, Φαντασία και Μπάμπι δεν άφησαν την ταινία να ολοκληρωθεί άμεσα. Τελικά, μετά και από μία αποτυχημένη απόπειρα για μία ταινία με συνδυασμό ηθοποιών και κινούμενων σχεδίων, (με τον τρόπο που εμφανίζονται στη ταινία του Οι τρεις Καμπαλέρος) το 1945, η ταινία βγήκε στις αίθουσες το 1951, ολόκληρη με μόνο κινούμενα σχέδια.

(Συνεχίζεται).

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2017

Τα αγάλματα είναι το πιο σημαντικό απ' όλα!



Απόσπασμα από το βιβλίο της Ελένης Σαραντίτη, "Ο κήπος με τ' αγάλματα", εκδόσεις Καστανιώτη



Ο Θεαγένης – σας έχω πει για τον Θεαγένη; - αυτός είναι ένας νέος άντρας και πολύ ωραίος. Τον Θεαγένη τον έχουμε αρραβωνιάσει με τη Λήδα. Ταιριάζουνε, γι’ αυτό. Είναι κι οι δύο ψηλοί, λευκοί και ωραίοι. Και σοβαροί. Είναι κι άλλα αγάλματα. Πολλά. Γυναίκες και άντρες. Να πω την αλήθεια μου, επειδή δε θυμόμαστε τόσο πολλά ονόματα για να τα ονομάσουμε ή κι αν θυμόμαστε, κανένα άλλο δε μας άρεσε, ε, δώσαμε κι ένα τωρινό όνομα σ’ ένα άγαλμα. Το είπαμε Μάκη. Είναι πολύ νέος, μπορεί και να μην είναι είκοσι χρονώ. Είναι νομίζω πολεμιστής. Και τον λέμε Μάκη – δεν πειράζει, ε;
Δεν μπορώ όμως να μην παραδεχτώ κάτι. Κάτι πολύ σπουδαίο και ωραίο. Να, πως τα αγάλματα είναι το πιο καλό πράγμα σήμερα για εμάς. Και το πιο αγαπημένο. Πολύ πιο σπουδαίο κι από τη θάλασσα κι από τη βαρκούλα τη «Βγενιώ» του μπάρμπα μου του Μήτσου. Αγαπάμε τ’ αγάλματα πιο πολύ κι από την τριανταφυλλιά σπηλιά της θάλασσας που πάμε και κρυβόμαστε από τον ήλιο ή τον αέρα. Γιατί τ’ αγάλματα είναι οι ωραίοι, καινούργιοι και παράξενοι φίλοι μας. Ωραίοι φίλοι.
Θυμάμαι πολύ τη μέρα που τα γνωρίσαμε: ήτανε πλαγιασμένα στο χειμωνιάτικο κρύο, στο χωράφι, μέσα στη λάσπη. Και στην παγωνιά. Σαν λυπημένα ήτανε έτσι. Μια ερημιά είχανε μέσα τους κι ας ήτανε πολλά μαζί. Κι έβρεχε πάνω τους. Πολύ. Τα θυμάμαι έτσι που ήτανε μισοχωμένα και ξεχώριζες εδώ το πρόσωπο του Γέλωνα, εκεί τις μπούκλες της ιέρειας της Ανδρομάχης. Τα πήρανε οι εργάτες, τα σηκώσανε, εμείς τα πλύναμε. Καλά. Να ‘ναι αστραφτερά. Και την άλλη μέρα, σαν βγήκε ο ήλιος, τα βρήκε ν’ ακουμπάνε και τα χάιδεψε στον κήπο του κυρίου Ευρυγένη. Και λάμψανε, αστράψανε λευκά σαν το χιόνι και φανήκανε ωραία και περήφανα και δυνατά κι εμείς τα τριγυρίσαμε. Με χαρά. Μ’ αγάπη.
-2-
Είχαμε πια φτάσει κοντά στον κήπο. Την ώρα που κάναμε ν’ ανοίξουμε την πορτούλα, είδα από μακριά που ερχόντουσαν και τ’ άλλα παιδιά. Πιο μπροστά πήγαινε η Ποτούλα. Ακολουθούσανε πιο πέρα οι άλλοι. Τους κούνησα το χέρι. Τους φώναξα:
«Ελάτε, ελάτε πια… Βράδιασε. Τι, τρώγατε τόσες ώρες;»
Έπειτα άνοιξα την πορτούλα. Άνοιξα την πορτούλα και τ’ αγάλματα, τ’ αγάλματά μας δεν ήταν πια. Τα είχανε πάρει τ’ αγάλματά μας. Τα είχανε πάρει.
Εγώ σαν να μην είδα. Σαν να μην πίστεψα. Εγώ στάθηκα. Η Γιόλα ήρθε από πίσω μου. Πιο ύστερα ήρθανε τα παιδιά. Βλέπαμε όλοι. Τα πήρανε τ’ αγάλματα.
Πήγα και στάθηκα δίπλα στο πηγάδι και κοίταζα εκεί όπου ακουμπούσανε πρώτα τ’ αγάλματα και σκεφτόμουνα τ’ αγάλματα, τ’ αγάλματα και την ομορφιά τους, σκεφτόμουνα που τ’ αγαπούσαμε τόσο. Τόσο πολύ. Σκεφτόμουνα. Κι έκλαιγα.
Οι άλλοι, τ’ άλλα παιδιά, φύγανε. Εγώ έμεινα με την Ποτούλα. Ύστερα σκοτείνιασε κι αφήσαμε τον κήπο…

Η ελληνική παιδική λογοτεχνία στην μικρή και μεγάλη οθόνη





Η εικόνα στην εποχή μας είναι ένα μέσο επικοινωνίας που κυριαρχεί σε βάρος άλλων παραδοσιακών μέσων επικοινωνίας, όπως ο γραπτός λόγος, ο ήχος ακόμη και η προφορική διάδοση.  Μπορεί να συνοψίσει μέσα σε ένα σύνολο σημείων αυτά που θα χρειάζονταν ολόκληρες σελίδες γραπτού λόγου για να καταστούν σαφή στην κάθε τους λεπτομέρεια ή πολύτιμο χρόνο ραδιοφωνικής μετάδοσης και αδιέξοδες ώρες συζητήσεων και όλα αυτά με μια ματιά.
Στην ιστορία της ζωγραφικής έχουν μείνει περιβόητα τα σκάνδαλα στα Παρισινά σαλόν με τους πίνακες που απεικόνιζαν αναξιοπρεπή, για τα ήθη της εποχής, θέματα διεκδικώντας χωρίς καμία αιδώ τον επίζηλο τίτλο του έργου τέχνης. Τα πράγματα έλαβαν ακόμη μεγαλύτερη διάσταση με την έλευση του κινηματογράφου και την μαζική προσέλευση του κοινού στις αίθουσες προβολής. Οι κινηματογραφικές ταινίες έγιναν ένα πολύ πρόσφορο μέσο για την εξαπόλυση μηνυμάτων προπαγάνδας  θετικού ή αρνητικού περιεχομένου σε πλατιά στρώματα του πληθυσμού. Όταν δε εγκαταστάθηκαν τηλεοπτικές συσκευές στα περισσότερα σπίτια, η καχυποψία και οι κατηγορίες εναντίων των μαζικών αυτών ενημερωτικών και ψυχαγωγικών μέσων εξακοντίστηκαν στα ύψη.
Τι γίνεται όμως με την θετική πλευρά τους; Όταν γίνονται αφορμή να διαδοθούν στο ευρύτερο κοινό πολύτιμες γνώσεις ή ποιοτικά έργα της λογοτεχνίας που μπορούν να αποτελέσουν ορμητήριο για εποικοδομητικές αναζητήσεις και πνευματική αφύπνιση;


Η ελληνική δημόσια τηλεόραση αποτέλεσε  σημείον αντιλεγόμενον από την ίδρυση της κιόλας. Ωστόσο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 πρόσφερε αξιόλογο παιδαγωγικό και ψυχαγωγικό έργο στο παιδικό κοινό με την τηλεοπτική μεταφορά παιδικών λογοτεχνικών βιβλίων.
Τα ελληνικά λαϊκά παραμύθια αλλά και τα παραμύθια γενικότερα αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης  για δύο πολύ δημοφιλείς παιδικές σειρές της κρατικής τηλεόρασης. Η πρώτη ονομαζόταν «Κάπου, κάπως, κάποτε» και με πρωταγωνιστές μαριονέτες παρουσίαζε στο παιδικό κοινό γνωστά ελληνικά λαϊκά παραμύθια κάποτε σε έμμετρο λόγο και διανθισμένα με τραγούδια. Έκανε πρεμιέρα στην ΕΤ2  στις 26 Μαρτίου 1988, αποτελούνταν από 26 δεκαπεντάλεπτα επεισόδια. Ο «Παραμυθάς» υπήρξε η πιο δημοφιλής παιδική εκπομπή της τηλεόρασης από το 1978 ως το 1983. Ήρωας της σειράς είναι ένας παππούς, οποίος ξέρει να λέει όμορφες ιστορίες που-όπως υποστηρίζει-δεν είναι παραμύθια αλλά περιπέτειες, τις οποίες ζει ο ίδιος κάθε φορά που φοράει ένα μαγικό γιλέκο που του  έχει χαρίσει κάποια νεράιδα. Η σειρά έφερε την προσωπική υπογραφή του Νίκου Πιλάβιου.  Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 μεταδόθηκε η σειρά «Του κουτιού τα παραμυθιά» βασισμένο σε μία ιδέα της οικογένειας Σοφιανού. Κάθε βράδυ πριν κομηθεί, η μικρή Παρασκευούλα έβγαζε κάτω από το κρεβάτι της ένα κουτί που όταν το άνοιγε τέσσερις μικρές φιγούρες, Ο Ρούχλας, ο Φιόγκος, ο Σεβαστιανός και η  Μελιά της διηγούνταν υπέροχα παραμύθια μέχρι να αποκοιμηθεί. Τις φωνές στις φιγούρες δάνειζαν γνωστοί  Έλληνες ηθοποιοί.


Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ένα πολύ γνωστό και κλασικό πια βιβλίο για παιδιά μεταφέρεται στη μικρή οθόνη. Πρόκειται για τον «Κήπο με τ’ αγάλματα» της Ελένης Σαραντίτη. Μια συντροφιά παιδιών, σ’ ένα χωριό κάπου στη Νεάπολη Λακωνίας, περνάει τα μεσημέρια της σ’ έναν κήπο με αρχαία αγάλματα. Τα παιδιά μαθαίνουν για την ιστορία του τόπου τους και συμφιλιώνονται με την προγονική κληρονομιά· τόσο, που βάζουν τα αγάλματα στην παρέα τους σαν να ήταν ζωντανά. Έτσι, όταν θα έρθει η ώρα τα αγάλματα να φύγουν για κάποιο μουσείο της πρωτεύουσας, οι μικροί ήρωες αγωνίζονται να τα κρατήσουν κοντά τους. Η τηλεοπτική μεταφορά έγινε σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη, παραγωγή του Νίκου Πιλάβιου και μουσική από τον Σταμάτη Σπανουδάκη.


Την ίδια περίπου εποχή παρέλασε μπροστά από τους τηλεοπτικούς δέκτες των μικρών τηλεθεατών ένα ακόμη αγαπημένο παιδικό βιβλίο, «Ο θησαυρός της  Βαγίας» της Ζωρζ Σαρή.  Όλα ξεκίνησαν με τις καλοκαιρινές διακοπές της Ζωής και των δυο της παιδιών, της Λίνας και του Αλέξη, μαζί με το φίλο τους Κλου, στην Αίγινα. Στο νησί πέρασε τα παιδικά της χρόνια η Ζωή και η επιστροφή εκεί σήμαινε πολλά γ’ αυτή. Σύντομα η παρέα μεγαλώνει: Μαζί με τον Αλέξη, τον Κλου και τη Λίνα βρίσκονται πια και η Ράνια με τη Σόφη, ενώ, όταν φτάνει στην Αίγινα η μεγάλη της παρέας, η Νικόλ, το καλοκαίρι αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Και αυτό γιατί η Νικόλ τούς αποκαλύπτει το σχέδιό της να βρουν έναν στοιχεία που θα έδινε απαντήσεις στον Χανς Σουλτς, έναν Γερμανό που έχασε τη μνήμη του, όταν πάτησε στην Αίγινα μια νάρκη την περίοδο της Κατοχής. Γρήγορα αποδεικνύεται ότι αυτό που ψάχνουν είναι ένας κρυμμένος θησαυρός από τη σκοτεινή αυτή εποχή! Με μοναδικά τους όπλα έναν χάρτη, ένα περίεργο σημειωματάριο και μερικές φωτογραφίες τα παιδιά προσπαθούν να εντοπίσουν το θησαυρό. Μετά από πολλές περιπέτειες, πολλά ταξίδια στο παρελθόν και αποκαλύψεις μυστικών, η παρέα φτάνει στη λύση του μυστηρίου και στον κρυμμένο θησαυρό που τους περίμενε σε μια δεξαμενή στο ναό της Αφαίας.   Η μουσική ήταν του Σταμάτη Σπανουδάκη και η παραγωγή του Νίκου Πιλάβιου.


Η «Ιόλη ή τη νύχτα που ξεχείλισε το ποτάμι» είναι ένα ακόμη βιβλίο της Ελένης Σαραντίτη που έγινε τηλεοπτική σειρά για παιδιά. Δεν είναι μόνο η αφήγηση μιας ωραίας φιλίας ανάμεσα σε δυο κορίτσια που ζούν την εφηβεία τους σε μια μικρή πόλη της Λακωνιάς, αλλά ταυτόχρονα η ιστορία της ζωής των κατοίκων του τόπου αυτού, τα όνειρα, οι χαρές, οι στενοχώριες, οι αγωνίες τους. Ο νέος άντρας που δεν το χωράει ο τόπος και μπαρκάρει σ' ένα γκαζάδικο, ο γιατρός του χωριού που γίνεται ένα με τους κατοίκους και δε ζητάει αμοιβή για το μόχθο του, ο οικογενειάρχης που πάει φυλακή για το χρέος του στην Αγροτική. Κι άλλα πολλά απλά και καθημερινά με τις περιπέτειες των παιδιών, τα παιχνίδια και τα διαβάσματα στο πλαίσιο της ελληνικής επαρχίας και, πάνω απ'όλα, ένα δίδαγμα αλληλεγγύης και ελπίδας. Τη μουσική της σειράς συνέθεσε ο Σταμάτης Σπανουδάκης και την παραγωγή ανέλαβε ο Νίκος Πιλάβιος.


(Συνεχίζεται)