Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2016

Μία σύντομη ιχνηλάτηση του θεσμού της οικογένειας σε κλασικά βιβλία της ελληνκής παιδικής λογοτεχνίας





Η ελληνική κοινωνία είναι μία βαθιά παραδοσιακή κοινωνία που μόλις τα τελευταία χρόνια δίνει κάποια πρώτα δείγματα συμπόρευσης με τα νέα οικογενειακά πρότυπα που ήδη ακολουθούνται στον δυτικό κόσμο (μονογονεική οικογένεια, αρμονική συνύπαρξη γονέων και παιδιών μετά από το διαζύγιο, οικογένεια με γονείς του ίδιου φύλου κ.ά. ). Ιδανικό πρότυπο παραμένει η ενωμένη πυρηνική οικογένεια που αποτελείται από το πατέρα τη μητέρα, τα παιδιά και αρκετά συχνά το ευρύτερο συγγενικό περιβάλλον (παππούς, γιαγιά, θείοι, ξαδέλφια). Οι σχέσεις πρέπει να είναι στενές και άψογες παρά τις όποιες κατά καιρούς διακυμάνσεις κι οι δεσμοί αρραγείς και αδιάρρηκτοι.
Η ελληνική παιδική λογοτεχνία ακολούθησε αναπόφευκτα το ίδιο κοινωνικό μοντέλο ακολουθώντας και αποτελώντας τον καθρέφτη της κοινωνίας εκάστοτε εποχής. Καθώς τα παιδιά θεωρούνται ένα ευαίσθητο και γεμάτο προκλήσεις αναγνωστικό κοινό, αρχικά η παιδική λογοτεχνία πίστευαν πως έπρεπε να κατέχει έναν διαπαιδαγωγικό και παραδειγματικό ρόλο παρουσιάζοντας πάντα τα σωστά πρότυπα ανεξαρτήτως της περιρρέουσας κοινωνικής και πολιτισμικής πραγματικότητας και των αντικειμενικών συνθηκών.  Έτσι θα χρειαστεί να φτάσουμε στο τέλος του 20ού αιώνα και τις αρχές του 21ου όπου με τη ραγδαία ανάπτυξη του παιδικού βιβλίου και την συμπόρευση πια με τις σύγχρονες κοινωνικές εξελίξεις εμφανίζονται και στην παιδική λογοτεχνία τα νέα οικογενειακά πρότυπα.
Αν και υπάρχουν αρκετές διαφωνίες σχετικά με το πότε ακριβώς τοποθετείται η έναρξη της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας στα πλαίσια της νεοελληνικής λογοτεχνίας γενικότερα, θα μπορούσε ίσως συμβατικά να την τοποθετήσουμε στα πλαίσια της ίδρυσης του νέου ελληνικού κράτους (1830).
Η ποίηση είναι η πρώτη που στρέφει το βλέμμα της προς τον κόσμο των παιδιών κυρίως λόγω της ευσύνοπτης μορφής της και του παιχνιδιού με τις λέξεις μέσω της ομοιοκαταληξίας. Τα θέματα που διαπραγματεύεται την περίοδο αυτή σχετίζονται με τον εξωτερικό κόσμο του παιδιού και τα συναισθήματά του, θέματα ευχάριστα και ανώδυνα που θεωρούσαν τότε πως ταίριαζαν στην ιδιοσυγκρασία των παιδιών.


Το πρώτο πραγματικά παιδικό βιβλίο στην Ελλάδα, «Ο Γεροστάθης» του Λέοντα Μελά (1858) κινείται περίπου στο ίδιο μοτίβο. Αν και ένα πεζό κείμενο στρέφει για πρώτη φορα την προσοχή του στο κόσμο των παιδιών περιορίζεται στο να δίνει στα παιδιά πρακτικές συμβουλές για τη ζωή και να τονώσει το πατριωτικό τους φρόνημα.
Έως ότου φτάσουμε στο πρώτο παιδικό μυθιστόρημα του 20ού αιώνα, μία σειρά συγγραφέων του 19ου αιώνα έγραψαν διηγήματα που θα μπορούσαν να διαβαστούν και από παιδιά. Σε μια σειρά διηγημάτων του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη («Η σταχομαζώχτρα», «Η τελευταία βαπτιστική», «Εξοχική Λαμπρή», «Παιδική Πασχαλιά», «Γουτού-Γουπατού», «Η υπηρέτρα» κτλ) δίνονται σαφέστατα περισσότερες πληροφορίες για την μορφή της ελληνικής οικογένειας την εποχή εκείνη μέσα από τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης στην ελληνική επαρχία. Ο Αργύρης Εφταλιώτης και ο Χρήστος Χρηστοβασίλης έγραψαν επίσης διηγήματα ση δημοτική που διαβάζονται χωρίς μεγάλες δυσκολίες  από τα παιδιά. Και εκεί περιγράφονται οι συνθήκες διαβίωσης των οικογενειών της ελληνικής επαρχίας μέσα από το δυσχερές οικονομικό κλίμα της εποχής και τον κοινωνικό συντηρητισμό που αποδεικνυόταν άκαμπτος όσον αφορά τα κοινωνικά στερεότυπα. Στα ιδία περίπου πλαίσια θα μπορούσε να ενταχθεί και το έργο του Γιάννη Βλαχογιάννη, το οποίο έχει κάποιες παραπάνω αναφορές στην ιστορία και την τόνωση του εθνικού φρονήματος. Η οικογένεια παραμένει ένας ιερός και απαραβίαστος θεσμός, στήριγμα, αποκούμπι και στόχος κάθε ηθικού ανθρώπου.
Η μεγάλη τομή στην ελληνική παιδική λογοτεχνία έρχεται με το έργο τόσο του Γρηγορίου Ξενόπουλου και της Πηνελόπης Δέλτα.


Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος μέσα από το έργο του στην «Διάπλαση των παίδων» αλλά και το προσωπικό πεζογραφικό του έργο ανοίγει ένα νέο πεδίο για να εκφράζονται τα παιδιά και συγγραφείς που το έργο τους ή μέρους αυτού αφορά τα παιδιά. Στα κείμενα που δημοσιεύονται στο ιστορικό αυτό περιοδικό, περιγράφονται συχνά εικόνες και περιστατικά από τη οικογενειακή ζωή όπου κυριαρχεί η οικογενειακή γαλήνη και αρμονία, γεγονότα που διαταράσσουν προσωρινά τις ισορροπίες για να αποκατασταθούν και πάλι σύντομα. Οι ρόλοι είναι κλασικά καθορισμένοι και μάλλον σπάνια ξεφεύγουν από τα συγκεκριμένα αυτά πλαίσια.
Στο λογοτεχνικό έργο της Πηνελόπης Δέλτα η οικογένεια είναι ένα από τα βασικά κίνητρα των ηρώων να δραστηριοποιηθούν κα να ξετυλίξουν το κουβάρι της πλοκής της ιστορίας. Στο βιβλίο της «Για την πατρίδα» ο έρωτας της Θέκλας και του Αλέξιου οδηγεί στην δημιουργία οικογένειας, η οποία στη συνέχεια θυσιάζεται στον βωμό του καθήκοντος. Στην συνέχεια της ιστορίας στον «Καιρό του Βουλγαροκτόνου», η κόρη τους Αλεξία, βλέπει και πάλι να διαλύονται τόσο η αίσθηση της οικογένειας που είχε όσο και η προοπτική δημιουργίας μιας δικής της λόγω των αντίξοων συνθηκών στα εθνικά ζητήματα. Η οικογένεια λειτουργεί ως βάση για την ανάληψη δράσης και σε άλλα  μυθιστορήματά της για να διαλυθεί μερικώς ή ολικά για τα καλό της πατρίδας. Και εδώ δεν ξεπερνιούνται τα παραδοσιακά στεγανά.
Μία σειρά συγγραφέων των επόμενων δεκαετιών (Σ. Μαυροειδή –Παπαδάκη, Α. Τροπαιάτης, Γ. Σαράντη, Κ. Σφαέλλου, Τ. Χατζηαναγνώστου, Τ. Λάππας κτλ) εμπλουτίζουν με το έργο τους την εικόνα της ελληνικής λογοτεχνίας όσον αφορά την οικογένεια όπως παρουσιάζεται σε αυτήν χωρίς ωστόσο να ξεφεύγουν σημαντικά από τα καθιερωμένα. Δύο φωτεινές εξαιρέσεις αποτελούν το βιβλίο της Πιπίνας Τσιμικάλη, «Ψηλά στην στάνη της Γαρυφαλλιάς» όπου μία μάνα περιθάλπει ένα Γερμανό στρατιώτη κατά τη διάρκεια της κατοχής σαν να ήταν γιος της και η «Αργυρώ» της Νίτσας Τζώρτζογλου όπου μία σχεδόν αναλφάβητη μάνα της επαρχίας δίνει μάχη για να έχει η ανάπηρη κόρη της δικαίωμα στη μόρφωση.


Με την έκδοση του πρώτου βιβλίου της Άλκης Ζέη στα μέσα της δεκαετίας του ’60 η ελληνική παιδική λογοτεχνία παίρνει τη μεγάλη στροφή για τη συμπόρευση με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή. Στο έργο της για πρώτη φορά το παιδί εξατομικεύεται σαν προσωπικότητα πέρα από τα παλαιότερα ρομαντικά στερεότυπα, η οικογένεια παρουσιάζεται πιο ρεαλιστικά με τα προβλήματα και τις συγκρούσεις της, τα παιδιά αμφισβητούν τη γονεική αυθεντία. Στο εξίσου εμβληματικό έργο της Ζωρζ Σαρή παρακολουθούμε τα παιδιά να παίρνουν τις δικές τους αποφάσεις να διαχωρίζουν τη θέση τους από την οικογένεια και να χαράζουν το δικό τους δρόμο μέσα από τις δικές τους ξεχωριστές επιλογές.


Από τη δεκαετία του 1980 ως σήμερα μία σειρά από δύσκολα θέματα που θαμπώνουν την παλιότερη ιδανική εικόνα του αδιάσπαστου οικογενειακού πυρήνα κάνουν την εμφάνισή τους. Το διαζύγιο αρχίζει να περιγράφεται ως μία απτή πραγματικότητα που είναι δυνατόν να συμβεί όταν οι γονείς δεν μπορούν πια να ζουν μαζί, όπως στο βιβλίο της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, «Σπίτι για πέντε». Τα παιδιά μεγαλώνουν και η οικογένεια δεν μπορεί πάντα να τα παρακολουθήσει στενά («Τ’ αυγουστιάτικο φεγγάρι», Βούλα Μάστορη). Η ιδιαίτερη οικογενειακή κατάσταση μπορεί να οδηγήσει τα παιδιά στην παραβατικότητα («Ο δάσκαλος με το βιολί και το αστέρι», Θέτη Χορτιάτη).  Η μάστιγα των ναρκωτικών είναι μία πραγματικότητα που απειλεί άμεσα κάθε νέο και πρέπει η οικογένεια να επαγρυπνά («Το αυγό της έχιδνας», Λίτσα Ψαραύτη). Η ενδοοικογενειακή βία και η έλλειψη επικοινωνίας διαταράσσουν την οικογενειακή γαλήνη («Μάσκα στο φεγγάρι», Μάνος Κοντολέων).


Ο  θεσμός της οικογένειας είναι μία βασική κοινωνική δομή που αποτελεί καταφύγιο και εφαλτήριο για κάθε παιδί που έρχεται στον κόσμο και κατά τη διάρκεια της σχολικής το ζωής ως την ενηλικίωση.  από την παλιά πατριαρχική οικογένεια ως τους ανοιχτούς ορίζοντες της σημερινής, εξακολουθεί να αποτελεί στοιχειώδες θέα της παιδικής λογοτεχνίας ακριβώς γιατί αποτελεί το άμεσο περιβάλλον των παιδιών. Το να συμβαδίζουν οι κοινωνικές εξελίξεις γύρω από αυτήν με την παράλληλη αποτύπωσή τους στο παιδικό βιβλίο ενισχύουν τους δεσμούς μεταξύ παιδιού και λογοτεχνίας συμβάλλοντας ταυτόχρονα στη βαθύτερη διερεύνηση του ζητήματος.

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2016

Ένα απίθανο κατόρθωμα

 Απόσπασμα από το βιβλίο του Ρόαλντ Νταλ, "Ο μεγάλος φιλικός γίγαντας"


 
- Είναι εσύ έτοιμη να ξεκινήσει; ρώτησε ο ΜΦΓ.
- Είμαι έτοιμη! Φώναξε η Σόφη κι η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά στη σκέψη του τι επρόκειτο να κάνουν. Ήταν πραγματικά ένα άγριο και τρελό πράγμα. Ίσως να τους έριχναν και στη φυλακή.
Ο ΜΦΓ έβαλε τη μεγάλη του μαύρη κάπα.
Στρίμωξε τη γυάλα μέσα σε μια τσέπη της κάπας του. Σήκωσε  τη μακριά σαν τρομπέτα ονειροφυσήχτρα. Έπειτα γύρισε και κοίταξε τη Σόφη που ήταν ακόμα πάνω στο τραπέζι.
- Το ονειρομπούκαλο είναι μες στην τσέπη μου, είπε. Θα καθίσει εσύ μαζί του μέσα κει στο ταξίδι;
- Ποτέ! Κραύγασε η Σόφη. Αρνούμαι να καθίσω δίπλα σ’αυτό το κτηνώδες πράγμα!
- Τότε πού θα καθίσει εσύ; τη ρώτησε ο ΜΦΓ.
- Η Σόφη τον κοίταξε για λίγο από πάνω ως κάτω.
Έπειτα είπε:
- Εάν είχες την καλοσύνη να στρίψεις ένα από τα ωραία μεγάλα αφτιά σου έτσι που να είναι ίσιο σαν πιάτο, θα γινόταν μια πολύ άνετη θέση να καθίσω.
- Μα το γυάλινο το μάτι, αυτή είναι απίθανα καλή ιδέα! Είπε ο ΜΦΓ.
Αργά άρχισε να γυρίζει το τεράστιο δεξιό του αφτί μέχρι που αντίκρισε τα ουράνια σαν ένα μεγάλο κοχύλι. Σήκωσε τη Σόφη και την τοποθέτησε μέσα του. Το αφτί, που είχε το μέγεθος ενός μεγάλου δίσκου σερβιρίσματος, ήταν γιομάτο με τις ίδιες αυλακιές και πτυχές που έχει ένα ανθρώπινο αφτί. Ήταν εξαιρετικά αναπαυτικό.
«Ελπίζω να μην πέσω μέσα στην τρύπα του αφτιού σου», σκέφτηκε η Σόφη κι απομακρύνθηκε από το μεγάλο στόμιο που ήταν ακριβώς δίπλα της.
-Πρόσεξε μην πέσει μές στην τρύπα του αφτιού μου, της είπε ο ΜΦΓ. Θα μου ’δινε τρομοφοβερό αφτίπονο. Το ωραίο μ’αυτή τη θέση ήταν ότι μπορούσε η Σόφη να του μιλάει κατευθείαν στ’ αφτί. Εσύ με γαργαλάει λιγάκι, είπε ο ΜΦΓ. Μην πολυκουνιέται παρακαλώ.
- Θα προσπαθήσω, είπε η Σόφη. Είσαι έτοιμος;
- Άιιιι! Κραύγασε ο ΜΦΓ. Μην κάνει αυτό.
- Δεν έκανα τίποτα, είπε η Σόφη.
- Άιιιι! Εσύ μιλάει πάρα πολύ δυνατά! Εσύ ξεχνάει ότι εγώ ακούει κάθε μικρό τζιτζιμιτζιπραγματάκι πενήντα φορές δυνατότερα από το συνηθισμένο. Φαντάσου τι γίνεται σαν φωνάζει εσύ δίπλα στ’αφτί μου!
«Στο καλό», σκέφτηκε η Σόφη. «Το ξέχασα αυτό»
- Η φωνή σου ακούγεται σαν σεραυνός και κάλιπιγγες!
- Συγνώμη! Ψιθύρισε η Σόφη. Είναι καλύτερα έτσι;
- Όχι! Φώναξε ο ΜΦΓ. Ακούγεται σαν να ρίχνει πυροβολαρχία!
- Τότε πώς να σου μιλάω;ψιθύρισε η Σόφη.
- Μη! Φώναξε ο φτωχός ΜΦΓ. Μη σε παρακαλώ! Κάθε λέξη σου είναι σαν να μου ρίχνεις μπαζουκοβόμβες μες στην τρύπα του αφτιού μου!
Η Σόφη δοκίμασε να μιλήσει μέσα απ’τα χείλια της.
- Καλύτερα; Ρώτησε.
Μίλησε τόσο σιγανά που κι αυτή η ίδια δεν μπόρεσε ν’ακούσει τη φωνή της.
- Καλύτερα, είπε ο ΜΦΓ. Τώρα εγώ σ’ακούει πολύ όμορφα. Τι ήθελε να μου πει μόλις τώρα;
- Ρωτούσα αν είμαστε έτοιμοι.
- Εμείς έφυγε! Φώναξε ο ΜΦΓ κατευθυνόμενος προς την έξοδο της σπηλιάς. Έφυγε για να συναντήσει την Αυτής Μεγαλειώδη τη Βασίλισσα!

Έξω από τη σπηλιά κύλησε τη μεγάλη στρογγυλή κοτρόνα πίσω στη θέση της και ξεκίνησε μ’ ένα καταπληκτικό καλπασμό.

Η απόδραση στην φαντασία στην ξένη κλασική παιδική λογοτεχνία: αναζητώντας την ουτοπία





Η περιπλάνηση σε φανταστικούς κόσμους υπήρξε ένα από τα πρωιμότερα μοτίβα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ήδη από τα χρόνια δημιουργίας των προφορικών μύθων και παραδόσεων που αργότερα οδήγησαν στην γραπτή καταγραφή των μύθων και των παραδόσεων κάθε λαού δημιουργώντας το ισχυρό υπόστρωμα των φολκλορικών του στοιχείων που συνέβαλαν στην δημιουργία της εθνικής ταυτότητας. Έτσι αρκεί να ανοίξουμε τον συγκεντρωτικό τόμο ή μελέτη της εθνικής μυθολογίας ενός λαού για να μεταφερθούμε αμέσως σε παράξενους και υπερφυσικούς κόσμους, γεμάτους στοιχειά, δράκους, ισχυρή μαγεία, γεγονότα αδύνατον να συμβούν στον πραγματικό κόσμο και καταστάσεις αδιανόητες για την ανθρώπινη λογική.

Πρώτοι οι αρχαίοι Έλληνες στην Ευρώπη μίλησαν στην μυθολογία τους για ανθρωπόμορφους θεούς, ζώα που μιλούν και τερατώδη όντα. Είχαν προηγηθεί οι μυθολογίες των Αιγυπτίων και Σουμερίων όπου το υπερφυσικό στοιχείο είναι εξίσου παρόν, αν και σε μεγαλύτερο ποσοστό σε σχέση με την  ελληνική μυθολογία. Τα ομηρικά έπη παντρεύουν έντεχνα την πραγματικότητα ανθρώπων και θεών μέσα σε ένα συνονθύλευμα ρεαλιστικών και φανταστικών εξελίξεων. Ωστόσο η πρώτη έντεχνη ιστορία φαντασίας από επώνυμο δημιουργό αποδίδεται στον Λουκιανό με το έργο του «Αληθής Ιστορία».
Στη νεότερη λογοτεχνία εμφανίζεται σαν είδος πολύ αργότερο, γύρω στα τέλη του 18ου αιώνα και τις αρχές του 19ου. Τα πρώτα δείγματα εντοπίζονται στον αγγλοσαξονικό κόσμο όπου με την δαιμονική ανάπτυξη της βιομηχανίας και τη εμφάνιση των πρώτων σύγχρονων εφευρέσεων, ο άνθρωπος αισθάνεται  να απομακρύνεται από τη φύση με την οποία ήταν ως τότε στενά δεμένος από κάθε άποψη και να ανοίγεται μπροστά τους ένας νέος δρόμος, ο οποίος, παρά την απλοχωριά του και τα συναρπαστικά θαύματα που υπόσχεται, δεν παύει να τον τρομάζει.


Όσον αφορά την παιδική λογοτεχνία, η αρχή εντοπίζεται γύρω στα 1726 με τον διάσημο έργο του Ιρλανδού Τζόναθαν Σουίφτ, «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ». Το βιβλίο, αν και αρχικά ήταν μία σάτιρα που προοριζόταν γα το ενήλικο κοινό, αγαπήθηκε γρήγορα και από τα παιδιά λόγω της ισχυρής παρουσίας του φανταστικού στοιχείου στην περιγραφή των ταξιδιών. Επίσης στον συγγραφέα του οφείλουμε τη χρήση του όρου «λιλιπούτειος» για κάτι που είναι εξαιρετικά μικροσκοπικό. «Τα παραμύθια της μαμάς χήνας» του Σαρλ Περό αποτελούν ένα πρώτο δείγμα έντεχνων παραμυθιών όπου το φανταστικό στοιχείο καλά κρατεί. Εδώ γάτοι παπουτσώνονται και σώζουν τα αφεντικά τους, όμορφες κοπέλες κοιμούνται αιώνια, εκπεσούσες αρχοντοπούλες γίνονται πριγκίπισσες.
Στη ίδια κατεύθυνση κινούνται και τα «Παραμύθια» των αδελφών Γκριμ, η περίφημη συλλογή γερμανικών παραμυθιών που με την επεξεργασία τους από τους Γκριμ ταξίδεψαν σε όλο τον κόσμο και μεγάλωσαν αμέτρητες γενιές παιδιών. Στα παραμύθια αυτά η Ραπουνζέλ προσφέρει τα μακριά της μαλλιά στον αγαπημένο της πρίγκιπα για να την σώσει, τα δώδεκα βασιλόπουλα μεταμορφώνονται σε πουλιά, ο άπληστος ψαράς και η γυναίκα του τιμωρούνται από το ομιλόν ψαράκι, ο τοσοδούλης ξεπερνά με την εξυπνάδα του το ελάχιστο μέγεθός του.
Η κλασική ιστορία του Τσαρλς Ντίκενς, «Χριστουγεννιάτικα κάλαντα», είναι ένα έξοχο δείγμα χρήσης του φανταστικού στοιχείου για να συνδεθεί άμεσα και αριστοτεχνικά με την πραγματικότητα. Ο σκληρός και άτεγκτος τσιγκούνης πλούσιος Σκρουτζ αρνείται πεισματικά να βοηθήσει τους φτωχούς του συγγενείς λόγω των δικών του δύσκολων και τραυματικών εμπειριών στη ζωή. Με την εμφάνιση τριών διαδοχικών φαντασμάτων την παραμονή των Χριστουγέννων αλλάζει εκ βάθρων την ζωή του και αναθεωρεί ριζικά τις απόψεις του.

Ο Ιούλιος Βερν στο κλασικό του βιβλίο φαντασίας, «Ταξίδι στο κέντρο της γης», φαντάζεται έναν δεύτερο, παράλληλο κόσμο κάτω από την επιφάνεια της γης όπου οι τολμηροί του ήρωες αποφασίζουν να κάνουν ένα ριψοκίνδυνο ερευνητικό ταξίδι. Σε πολλά από τα βιβλία του φαντάζεται τον κόσμο του μέλλοντος άλλοτε ελπιδοφόρο και άλλοτε πιο σκοτεινό με την ζωή των ανθρώπων να γίνεται πιο εύκολη σε πρακτικό επίπεδο αλλά σαφώς πιο περίπλοκη σε ηθικό.
«Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» του Λούις Κάρολ με το ταξίδι της μικρής του ηρωίδας, Αλίκης, σε έναν εντελώς παράδοξο και ουτοπικό κόσμο όπου πρωταγωνιστούν ζώα, εκκεντρικοί άνθρωποι έως και τραπουλόχαρτα, βλέπουμε ίσως την νέα παραδοξότητα της ζωής που ζούσαν οι άνθρωποι του τέλους του 19ου αιώνα όταν οι ρυθμοί της τεχνολογίας είχαν γίνει φρενήρεις και ιλιγγιώδεις με εντελώς απρόβλεπτες συνέπειες για το μέλλον.
Ο «Πινόκιο» του Κάρλο Κολλόντι αποτελεί μία θαυμάσια μεταφορά για την αξία της αγάπης και την δύναμη της συγχώρησης. Ο γέρος ξυλουργός Τζεπέτο λαχταρά τόσο πολύ έναν γιο που τον σκαλίζει στο ξύλο και η καλή νεράιδα του εμφυσά ζωή. Ο Πινόκιο, το ξύλινο αγόρι, ξεκινά την πορεία του στον κόσμο των ανθρώπων και μέσα από τα λάθη και τα κατορθώματά του καταφέρνει να τον συγχωρήσει η νεράιδα και να τον μεταμορφώσει σε αληθινό αγόρι.

«Ο μάγος του Οζ» του Φρανκ Μπάουμ αφορά την ιστορία της μικρής Ντόροθι από το Κάνσας όπου ένας ανεμοστρόβιλος την μεταφέρει μακριά από το σπίτι της, στην άγνωστη χώρα του μάγου Οζ. Θέλοντας να γυρίσει πίσω, η Ντόροθι ξεκινά ένα μακρύ ταξίδι για να τον συναντήσει και να την παρακαλέσει να την στείλει πίσω. Στο δρόμο γνωρίζει τους αγαπημένους ήρωες της ιστορίας, το Σκιάχτρο, τον Τενεκεδένιο και το Λιοντάρι.
Στα 1902 ο Χάουαρντ Πάυλ συνθέτει σε μυθιστόρημα τον αγγλικό μύθο του Βασιλιά Αρθούρου και των Ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης. Πολεμικές αναμετρήσεις, περιπέτειες και πολλή μαγεία συνθέτουν το σκηνικό του κλασικού πια μυθιστορήματος.  «Ο μικρός πρίγκιπας» του Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερί, ένα από τα πιο αγαπημένα βιβλία όλων των εποχών, μας μεταφέρει στον πλανήτη του Μικρού Πρίγκιπα, τα ταξίδια του και την βαθιά αληθινή του κατανόηση για την ανθρώπινη φύση.
«Τα χρονικά της Νάρνια» του C. S. Lewis είναι η ιστορία τεσσάρων αδελφών που εγκαταλείπουν το εμπόλεμο Λονδίνο για να γλιτώσουν τους βομβαρδισμούς και φιλοξενούνται στην εξοχή στο σπίτι του καθηγητή Κερκ. Εξερευνώντας το σπίτι ανακαλύπτουν μία ντουλάπα που λειτουργεί ως πύλη για τη χώρα της Νάρνια. Διεξόδους σε ιστορίες γεμάτες φαντασία, απρόοπτα και απίθανες περιπέτειες προσφέρουν και τα περισσότερα από τα βιβλία του Ρόαλντ Νταλ. Στα βιβλία του τα παιδιά ξεφεύγουν από το μίζερο, ανιαρό και άδικο κόσμο των μεγάλων αναλαμβάνοντας τα ηνία πότε με τις μαγικές του ικανότητες και πότε στα ταξίδια τους σε φανταστικές περιπέτειες.

«Οι άνθρωποι που δανείζονται» (πρωτότυπος τίτλος «The borrowers», δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά) της Μαίρη Νόρτον μας αφηγείται των πρωτότυπη ιστορία μίας οικογένειας φιλειρηνικών μικροσκοπικών ανθρώπων που ζουν κάτω από τα ξύλινα πατώματα παλιών σπιτιών δανειζόμενοι πράγματα από τους ενοίκους τους. Μία μέρα ωστόσο τους ανακαλύπτει ένα μικρό αγόρι που το έχουν στείλει οι γονείς του από την Ινδία στην αδελφή της γιαγιάς του για να αναρρώσει από μία ασθένεια.
Τα φανταστικά ταξίδια μέσω της παιδικής λογοτεχνίας είναι οι πολύτιμοι θησαυροί της παιδικής μας ηλικίας. Η δυνατότητα που μας δίνουν να ταξιδεύουμε μέσα από τις ιστορίες τους σε χώρες και τόπους γεμάτους μαγεία, φανταστικά πλάσματα ασυνήθιστους ανθρώπους και απεριόριστες δυνατότητες να δούμε την πραγματικότητα με άλλο μάτι και να μη παύουμε να πιστεύουμε στο απροσδόκητο και την ελπίδα. Μαζί με τις παιδικές μας αναμνήσεις κρατούν πάντα ζωντανό το παιδί στην καρδιά μας.

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2016

Στο νέο σχολείο

 Απόσπασμα από το βιβλίο της Βούλας Μάστορη, "Ένα-ένα-τέσσερα"



Μετά τον αγιασμό τούς είπαν σε ποιες τάξεις να περάσουν. Σήμερα θα τους έδιναν το πρόγραμμα κι αύριο θα ήταν όλες με τα βιβλία και τα τετράδιά τους. Θα έκαναν ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΜΑΘΗΜΑ ΑΥΡΙΟ, λέει! Η «καλή χρονιά» του γυμνασιάρχη πνίγηκε στις κουβέντες των μαθητριών και στο σούρσιμο των ποδιών τους, καθώς τραβούσαν τάξεις τάξεις προς τις σκάλες. Η τάξη της Άννας θα έκανε μάθημα στο δεύτερο όροφο, στο κτίριο πίσω από το πεύκο. Εκεί έκαναν πάντα η έκτη, η εβδόμη και η ογδόη. Άρχισε ν’ ανεβαίνει αργά την τσιμεντένια φαρδιά σκάλα μαζί με τις συμμαθήτριές της.


- Άντε! Κουνηθείτε! Πιο γρήγορα, φοράδες! ακούστηκε από το πλατύσκαλο κάτω.
- Σιγά, κύριε καθηγητά! ακούστηκε μια διαμαρτυρία, κι αμέσως μετά μια άλλη.
- Εμπρός! Εμπρός! Δε θα σπάσετε τ’ αυγά, αν πάτε πιο γρήγορα! ακούστηκε ακριβώς πίσω από την Άννα τώρα.
Την ίδια στιγμή, ένα χτύπημα στην πλάτη της της έκοψε την ανάσα.
Γύρισε ξαφνιασμένη κι αγριεμένη και βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο μ’ έναν ψαρομάλλη μεσήλικα.
- Άντε! Προχώρα! της είπε εκείνος
Η Άννα ένιωσε να βράζει. Έκανε δυο βήματα στο πλάι και με φωνή που έτρεμε από θυμό είπε:
- Περάστε!
Εκείνος την κοίταξε εξεταστικά. Τα μάτια της έβγαζαν φλόγες και το στόμα της έτρεμε. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα αναμέτρησης. Τα κορίτσια είχαν σταματήσει στη σκάλα.
- Καααλά…, είπε στο τέλος εκείνος απειλητικά. Κι εσείς, φοράδες, τι μαρμαρώσατε; Εμπρός! Εμπρός! κι άρχισε ν’ ανεβαίνει χτυπώντας όποια πλάτη του ‘στεκε στο δρόμο.
- Αυτός ήταν ο «Βεληγκέκας», την πληροφόρησε μια συμμαθήτριά της. Τώρα την έβαψες. Από μνήμη είναι ελέφαντας. Κι εκδικητικός σαν ελέφαντας. Βρε κορίτσια, γι’ αυτό δεν έλεγα εγώ να τον βγάλουμε «Ελέφαντα»; Εσείς όμως θέλατε το «Βεληγκέκας»… Με λένε Μαίρη. Εσένα;
- Άννα.
- Πάντως, αυτό το «περάστε» άξιζε είκοσι βρισίματα. Το λέει η περδικούλα σου! Να δω όμως πώς θα ξεμπλέξεις μαζί του τώρα… Και θα μας έχει αρχαία και νέα… Ξέρεις τίποτα απ’ αυτά τουλάχιστον;
Η Άννα χαμογέλασε. Της άρεσε αυτό το κορίτσι. Λες να ήθελε να γίνουν φίλες;
- Χμ… Αν δεν ξέρεις, κάηκες. Καλύτερα να κάτσουμε μαζί. Εγώ έχω μάτσο τις μεταφράσεις. Σ’ αρέσει το σινεμά; Ωραία! Πού μένεις; Εγώ μένω Φυλής! Ωραία!
Κι η Μαίρη την έπιασε αγκαζέ. Ο θυμός της Άννας εξατμίστηκε. Ό,τι και να πεις, ήταν ωραίο σχολείο. Κι αν είχε κι ένα «Βεληγκέκα», δεν πείραζε.
Την άλλη μέρα ήρθε στο σχολείο γιομάτη αυτοπεποίθηση. Έψαξε με τα μάτια της και, μόλις είδε από μακριά τη Μαίρη, έτρεξε κοντά της. Εκείνη είχε ολόκληρη «αυλή» γύρω της, μα τη δέχτηκε πρόσχαρα. Όλες τη δέχτηκαν. Ήταν ωραίο σχολείο!
Σαν μπήκαν μέσα, δεν πρόλαβαν να καθίσουν και να σου ο «Βεληγκέκας». Τράβηξε σκυθρωπός προς την έδρα. Οι μαθήτριες κλαρίνο. Εκείνος κάθισε στην καρέκλα του και ρίχνοντας μια αδιάφορη ματιά κάτω είπε άτονα, δείχνοντας τη σειρά θρανίων δίπλα στην πόρτα:
- Εσείς, σ’ αυτή τη σειρά! Σηκωθείτε όρθιες να στηρίξετε τον τοίχο.
Τα «γιατί, κύριε καθηγητά;» έπεσαν σύννεφο. Διαμαρτυρίες ανάκατες με γέλια, σπρωξίματα, σουρσίματα, ενώ παράλληλα έπεφταν βιβλία, τσάντες, μολύβια…, καθώς όλες σηκώνονταν για τον τοίχο. Όλες; Χμ… Όχι ακριβώς.
- Άννα! Σήκω! Της ψιθύρισε η Μαίρη και την τράβηξε από την ποδιά.
Εκείνη κόλλησε στο θρανίο της.
Ο «Βεληγκέκας» στύλωσε τα μάτια του στην Άννα. εκείνη ατάραχη άνοιξε το βιβλίο της κι έβγαλε την κασετίνα με τα μολύβια, τη γόμα, το στιλό…
- Εσύ είσαι κουφή; Δεν άκουσες που σου είπα να στηρίξετε τον τοίχο;
- Τ’ άκουσα, κύριε καθηγητά.
- Ε, τσακίδια τότε!
- Σήκω! Σήκω! της ψιθύριζαν έντρομες όρθιες και καθισμένες από ολόγυρα, μα εκείνη είχε μουλαρώσει.
- Δεν έκανα τίποτα, κύριε καθηγητά, γι α να σηκωθώ όρθια. Δεν μπορείτε να με τιμωρήσετε χωρίς λόγο, του είπε με αξιοπρέπεια.
Εκείνος την κοίταξε παράξενα.
- Ε, τότε σήκω να πεις μάθημα.
Απ’ όλες τις μεριές άρχισαν να φωνάζουν:
- Μα δεν έχουμε τίποτα, κύριε καθηγητά!
- Πρώτη μέρα σήμερα!
- Δε μας έχετε βάλει τίποτα!
Η Άννα αμίλητη πήρε το βιβλίο της και πήγε και στάθηκε δίπλα στην έδρα.
- Θέλω αναγνώριση στο κείμενο. Πρώτα γραμματική και μετά συντακτική. Λέξη προς λέξη! Ξεκίνα.
- Μάλιστα, είπε η Άννα κι άρχισε.
Όταν είχε φτάσει στην τρίτη γραμμή, τη διέκοψε.
- Έτσι θέλω να λέτε το μάθημα, είπε στην τάξη. Σαν την… Πώς σε λένε, παιδί μου;
- Άννα Ψάλτη, κύριε καθηγητά.
- Σαν την Άννα Ψάλτη. Κάτσε κάτω, παιδί μου.
Η Άννα πήγε και κάθισε στο θρανίο της.
- Να καθίσουμε κι εμείς, κύριε καθηγητά; ρώτησε η Μαίρη από τον τοίχο.
- Και να πέσει ο τοίχος; Δεν είμαστε καλά, λέω γω…
- Σίγουρα, μουρμούρησε η Μαίρη.
 - Είπες τίποτα; Σ’ εσένα μιλώ! Εσένα, τη χειλού εκεί με το φουντωτό μαλλί.
- Εγώ έκανε αθώα η Μαίρη ανοίγοντας διάπλατα τα γαλανά της μάτια. Δεν είπα τίποτα! Είπα τίποτα, κορίτσια;
- Τίποτα! Τίποτα! σαν χορωδία οι άλλες δίπλα.
- Α! Είπα κι εγώ!... Στο μάθημά μας τώρα.

Το έργο και η προσφορά της Βούλας Μάστορη στην παιδική λογοτεχνία





Η Βούλα Μάστορη γεννήθηκε το 1946 στο Αγρίνιο από γονείς μικρασιατικής καταγωγής και έζησε στην πόλη αυτή τα πρώτα 13 χρόνια της ζωής της. Έπειτα μετακόμισε  με τους γονείς της στην Αθήνα. Όπως έχει αναφέρει η ίδια σε συνεντεύξεις της, αρχικά δεν είχε σκεφτεί να ασχοληθεί με την παιδική λογοτεχνία. Προς τα εκεί την έστρεψε η επιμονή του μικρού της γιου να ακούει τα παραμύθια που του διηγούνταν κάθε φορά με τα ίδια λόγια. Έτσι έγινε η αρχή που επισημοποιήθηκε το 1974 με την κυκλοφορία του πρώτου της βιβλίου με τίτλο «Με λένε Αλέξη». Έκτοτε έγραψε πολλές δεκάδες βιβλία για παιδιά όλων των ηλικιών καθώς και για μεγάλους. Δραστηριοποιήθηκε έντονα για την προώθηση του παιδικού βιβλίου με επισκέψεις σε σχολεία, εκδηλώσεις, δραστηριότητες, συμμετοχές σε συνέδρια. Απέσπασε πολλά βραβεία και διακρίσεις και τα βιβλία της αγαπήθηκαν από το παιδικό και ενήλικο κοινό.  Ασχολήθηκε επίσης με τη μετάφραση και συνεργάστηκε με το ραδιόφωνο, την τηλεόραση και το περιοδικό «Το Ρόδι».
Εμείς θα σταθούμε στους σημαντικότερους σταθμούς της λογοτεχνικής της σταδιοδρομίας.
Ξεκινούμε με τα παραμύθια της και γενικά τα βιβλία της για μικρότερα παιδιά. Όπως ήδη είπαμε, το 1974 κυκλοφορεί το πρώτο βιβλίο της Βούλας Μάστορη με τίτλο «Με λένε Αλέξη» με διηγήματα εμπνευσμένα από τη ζωή του μικρού της γιου και αμέσως έδωσε το ισχυρό στίγμα της παρουσίας της στην παιδική λογοτεχνία. Ακολούθησε το 1977 το βιβλίο «Στα φτερά της Μέλισσας – Στη Γη με τα Μυρμήγκι» το οποίο απέσπασε τον Έπαινο του Ελληνικού Κύκλου Παιδικού Βιβλίου. Το 1978 κυκλοφόρησε το βιβλίο «Ένα χεράκι γεμάτο μέλια». Το βιβλίο αυτό επισφράγισε, κατά κάποιο τρόπο, την απόφασή της να ασχοληθεί περισσότερο με την παιδική λογοτεχνία όταν της είπε η μητέρα ενός επτάχρονου αναγνώστη της αυτό που της είχε πει ο γιος της: «Αυτό, μαμά, φαίνεται να το έγραψα εγώ και όχι μεγάλος». 


Ακολουθεί το 1981 το «Εκείνη τη φορά» όπου ένας πιτσιρίκος περιγράφει ένα πασχαλιάτικο ταξίδι στην Σπάρτη. Θυμάται τα αρχαία Σπαρτιατόπουλα που χαιρέτησε στον Ευρώτα, το βουνό-τούρτα και τη σπηλιά των γονδολιέρηδων, το μισοπεθαμένο χωριό και την Κακιά Μάγισσα, που τη φοβόταν τότε που πήγαν τον Επιτάφιο βόλτα. Μιλάει για τον πόλεμο που άρχισε και τελείωσε τη νύχτα της Ανάστασης και, τέλος, για τ' αρνί, την πέτσα του και τον τελευταίο Μοϊκανό. Και ας έλεγε η μαμά του ό,τι έλεγε. Στον «Θόδωρο τον Αυτιά» 1 & 2 παρακολουθούμε την ιστορία του ομώνυμου ήρωα που χάρη στα μεγάλα αυτιά του ζει απίστευτες περιπέτειες που αποδεικνύουν το αντίθετο από αυτό που θα περίμενε κανείς.
Το 1987 ξεκινάει το ταξίδι της η «Ψυλλοελένη» ταξιδεύοντας στον παράξενο κόσμο της Κουτσουροχώρας όπου ζει πολλές συναρπαστικές περιπέτειες.  Η ιδιαίτερη σχέση της Βούλας Μάστορη με το φεγγάρι ξεκινάει το 1988 με το βιβλίο «Πού πήγε το φεγγάρι απόψε;» όπου η μικρή Βούλα μία νύχτα χωρίς φεγγάρι ρωτάει την οικογένειά της που να πήγε λαμβάνοντας ένα ευρύ φάσμα απαντήσεων από τον καθένα. Ακολουθεί η τρίτομη σειρά βιβλίων γνώσεων «Απορίες παιδιών».  Στα τρία βιβλία της σειράς τα παιδιά έχουν την ευκαιρία να λύσουν τις απορίες τους για τη Γη, τον ηλεκτρισμό και το φως με άμεσες και εύληπτες απαντήσεις. 

Το 1999 η Βούλα Μάστορη κυκλοφορεί το βιβλίο της «Ο χιονάνθρωπος πήρε τη μαμά». Το θέμα του βιβλίου είναι το διαζύγιο και ειδικά εκείνο που προκύπτει από ανθρώπους διαφορετικών εθνικοτήτων. Μετά από αυτή την εξέλιξη ο μικρός ήρωας αναρωτιέται πού ακριβώς ανήκει. Το φεγγάρι επανέρχεται δυναμικά στη γραφή της με τη σειρά «Φεγγαροϊστορίες» όπου η συγγραφέας πλάθει και αφηγείται ιστορίες που είτε εξηγούνται φυσικά φαινόμενα που αφορούν τη σελήνη είτε διασκεδαστικές ιστορίες εμπνευσμένες από το φωτεινό άστρο της νύχτας. Στα «Μαγικά μου αυτιά», ο γνωστός μας ήρωας Θόδωρος ο Αυτιάς, ανακαλύπτει την μαγική δύναμη των…αυτιών του ενώ κάνοντας «Μία προσευχή στον Άι-Βασίλη» ένα ψεύτικο σκυλάκι ζωντανεύει για να συντροφεύσει την ηρωίδα Μαριλού.
Η ελληνική μυθολογία, αγαπημένο αντικείμενο πολλών σημαντικών συγγραφέων της παιδικής λογοτεχνίας, προσέλκυσε και τη Βούλα Μάστορη. Με τη σειρά «Μυθολογικά παραμύθια» η Βούλα Μάστορη περιγράφει τη ζωή και τις περιπέτειες τριών αρχαίων θεών, του Δία, του Απόλλωνα και του Ερμή. Τι γίνεται, όμως, όταν γιγαντώνεται ξαφνικά το μικρό δαχτυλάκι του Λέανδρου ενώ μέχρι τότε ήταν φρόνιμος σαν μεγάλος; Την ιστορία του μαθαίνουμε από το βιβλίο της συγγραφέως «Το γιγαντοδαχτυλάκι του Λέανδρου». Η «Δωριλένια» μιλούσε όλες τις λαλιές του κόσμου, αλλά αρνιόταν να μιλήσει την ανθρωπολαλιά. Βλέπεις, η γάτα της της είχε πει πως, αν το έκανε αυτό, τότε θα ξεχνούσε όλες τις άλλες λαλιές, ακόμη και το ότι κάποτε τις ήξερε! Κάτι όμως στο τέλος έκανε τη Δωριλένια ν' αλλάξει γνώμη.
Στο «Πώς η μαμά έγινε συγγραφέας;» η συγγραφέας περιγράφει ακριβώς τον τρόπο που ο γιος της την βοήθησε να γίνει συγγραφέας παιδικών βιβλίων. Στο «Κουνιστό δόντι της Φρύνης» μαθαίνουμε την μεγάλη αγωνία που ζει η Φρύνη μέχρι να καταφέρει να βγάλει το δόντι της που κουνιέται. Από τη άλλη στη «Γιαγιά στο ψυγείο» τα εγγόνια συμπάσχουν με την γιαγιά τους για το χρόνο που περνά και προσπαθούν να την διατηρήσουν…φρέσκια!
Στα μυθιστορήματά της για μεγαλύτερα παιδιά διακρίνουμε μία φεμινιστική νότα και μια αγωνία για τα δικαιώματά και τη θέση της γυναίκας στον κόσμο μας. Στην τετραλογία της που αγαπήθηκε και διαβάστηκε ιδιαίτερα από τα κορίτσια προεφηβικής και εφηβικής ηλικία με ηρωίδα την Άννα («Τ’ αυγουστιάτικο φεγγάρι», «Στο γυμνάσιο», «Ένα-ένα-τέσσερα», «Το ποτάμι ζήλεψε») που την παρακολουθούμεαπό την παιδική της ηλικία στο χωριό, τη δυσκολία του να μεγαλώνει ένα κορίτσι εφηβικής ηλικίας στα μεγάλα αστικά κέντρα, την σταδιακή της πολιτικοποίηση και την σθεναρή αντίσταση στη Χούντα τόσο της ίδιας όσο και του αγέννητου μωρού της.
 
«Ο καλεσμένος» αναφέρεται στη σημασία της ανεκτικότητας και της αποδοχής ενώ στους «Μικρούς χρονοταξιδιώτες» ένα αγόρι από το παρόν ταξιδεύει στο μέλλον και ένα κορίτσι από το μέλλον ταξιδεύει ως το παρόν. Στις «Αγάπες με…ουρά» η γάτα Κλεοπάτρα βρίσκει επιτέλους ένα σπίτι όπου όμως πρέπει να διεκδικήσει τη θέση της. Στο «Αγόρι των μελισσών» ο Χρήστος προσπαθεί να πείσει τους δικούς του για την απίθανη μελισσοπεριπέτεια που έζησε.
Η «ΚουκΛίνα» είναι ένα έφηβο κορίτσι της εποχής μας που οι γονείς της παίρνουν διαζύγιο, η αυτοπεποίθησή της δεν είναι πολύ μεγάλη και περνάει πολύ ώρα στο διαδίκτυο. Οι «Οι Φι-Γάμα-Πι» φίλες βρίσκονται στο επίκεντρο της εφηβείας συζητούν για φορέματα, μακιγιάζ και αγόρια αντιμετωπίζοντας παράλληλα πολλές προκλήσεις της ηλικίας τους. Στους «Ψίθυρους αγοριών» η συγγραφέας διεισδύει στον κόσμο των έφηβων αγοριών αποκαλύπτοντάς μας ό,τι γίνεται και λέγεται μεταξύ τους.
Βιβλία της μεταφράσηκαν και σε άλλες χώρες.

Η Βούλα Μάστορη έχει γράψει ακόμη μία ποιητική συλλογή ("Η Χώρα με τις δύο Πολιτείες και τις Μυγδαλένιες Κούνιες"), ένα θεατρικό έργο ("Κάποτε σε μια κυψέλη" Βραβείο Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς) και δύο μυθιστορήματα για ενήλικες ("Το παραμύθι των ψυχών", "Γυναίκα μπονσάι"). Το τελευταίο της βιβλίο κυκλοφορησε πριν λίγες μέρες με τον τίτλο «Στη χώρα των θαυμάτων» ενώ το τελευταίο της παιδικό βιβλίο το 2015 με τον τίτλο «Η ξαδέλφη μου πριγκίπισσα Αιρίνη».
Κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας της η Βούλα Μάστορη έλαβε πολλά βραβεία, πολλές υποψηφιότητες και το 2008 ήταν υποψήφια για το Διεθνές Βραβείο Άντερσεν. Ακολουθούν τα βραβεία και οι υποψηφιότητές της:
 Έπαινος Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου 1977 για το βιβλίο «Στα φτερά της Μέλισσας – Στη Γη με τα Μυρμήγκια» (εξαντλημένο )Εκδοσεισ Παπαδοπουλοσ 1977
***
Βραβείο Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς 1977 για το θεατρικό έργο «Κάποτε σε μια κυψέλη» (εξαντλημένο)
Εκδοσεισ Κεδροσ 1976
***
Κρατική Τιμητική Διάκριση 1979 για το βιβλίο «Ένα γεμάτο μέλια χεράκι» Εκδοσεισ Κεδροσ 1978, Εκδοσεισ Πατακη 2000
***
Έπαινος Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών 1983 για το βιβλίο «Τ’ αυγουστιάτικο φεγγάρι» ΑΣΕ 1982,
Εκδοσεισ Πατακη 1999 (ξαναγραμμένο και με προσθήκη κειμένου)
***
Βραβείο Ε.Ο.Υ.Δ.Α.Α. στο Διεθνές Φεστιβάλ Υποβρύχιας Φωτοκινηματογράφησης 1988 για το βιβλίο
«Απορίες παιδιών – Θάλασσα» ΑΣΕ 1988, Εκδοσεισ Ελληνικα Γραμματα 1998
***
Βραβείο Κύκλου Ελληνικού Παιδικού βιβλίου 2000 «Ο χιονάνθρωπος πήρε τη μαμά» Εκδοσεισ Πατακη 1999
***
Αναγραφή στο Διεθνή Τιμητικό Πίνακα ΙΒΒΥ 2001 για το βιβλίο «Ο χιονάνθρωπος πήρε τη μαμά» Εκδοσεισ Πατακη 1999
***
Υποψήφια για το Διεθνές Βραβείο Άντερσεν 2008
***
Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας 2005 για το βιβλίο «Δωριλένια» Εκδοσεισ Πατακη 2005
***
Βραβείο Ο Αναγνώστης 2013 για το βιβλίο "Γιαγιά στο ψυγείο", ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ 2013
 ***
Βιβλία που έχουν συμπεριληφθεί στη «μικρή λίστα» βραβείων:
«Το αγόρι των μελισσών» (Κρατικά βραβεία)
«Το ποτάμι ζήλεψε» (περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ)
«Μελλόντια (περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ)

Η Βούλα Μάστορη υπήρξε μία από τις συγγραφείς που πρόσφεραν τα μέγιστα στην ανάπτυξη και διάδοση της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας. Η γραφή της χαρακτηρίζεται από ποιότητα, αμεσότητα και την σπιρτάδα που χρειάζεται ένα παιδικό βιβλίο για να το αγαπήσουν τα παιδιά. Φεύγοντας μας αφήνει σπουδαία παρακαταθήκη το έργο της και την μεγάλη αγάπη της για τα παιδιά.